Ο αγρότης και η ελεύθερη αγορά
Τις τελευταίες εβδομάδες γράψαμε για την τιμή του λαδιού, τις πληρωμές που αργούν, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, τη γραφειοκρατία, τους δορυφορικούς ελέγχους, το νερό, την ευλογιά, τη Mercosur και τους συνεταιρισμούς. Κάθε φορά, κάτω από το συγκεκριμένο πρόβλημα, βρίσκαμε το ίδιο υπόστρωμα: όλο και μεγαλύτερο μέρος από όσα κρίνουν αν ένας αγρότης θα τα βγάλει πέρα αποφασίζεται μακριά από το χωράφι. Σε αυτό το κείμενο συγκεντρώνουμε όσα μάθαμε, εξηγούμε γιατί πιστεύουμε ότι ο Έλληνας παραγωγός χρειάζεται περισσότερη αγορά και λιγότερη εξάρτηση, και εξετάζουμε με ειλικρίνεια τις αντιρρήσεις και τους κινδύνους.
Με μια ματιά
- Το πρόβλημα: το κόστος ανεβαίνει γρηγορότερα από τις τιμές παραγωγού, οι πληρωμές αργούν, οι υποχρεώσεις πολλαπλασιάζονται και το εισόδημα εξαρτάται όλο και περισσότερο από αποφάσεις της διοίκησης.
- Η θέση μας: οι κατώτατες τιμές, οι επιδοτήσεις και οι λεπτομερείς κανόνες δεν λύνουν αυτό το πρόβλημα· συχνά το δημιουργούν. Ο παραγωγός χρειάζεται τιμές που λένε την αλήθεια, χαμηλότερα βάρη, ελευθερία να πουλά όπου θέλει, σαφή δικαιώματα στη γη και στο νερό και εθελοντική συνεργασία.
- Εμπόριο και συνεργασία: η απάντηση στη συμφωνία με τη Mercosur δεν είναι τα κλειστά σύνορα, αλλά λιγότερα βάρη για τον Ευρωπαίο παραγωγό και οι ίδιοι κανόνες υγείας για κάθε προϊόν. Η απάντηση στη διαπραγματευτική αδυναμία δεν είναι οι συνεταιρισμοί του παρελθόντος, που στηρίζονταν σε κρατική πίστωση, αλλά εθελοντικές ενώσεις με κεφάλαιο των μελών τους.
- Το παράδειγμα: η Νέα Ζηλανδία κατάργησε το 1984 περίπου 30 επιδοτήσεις παραγωγής σχεδόν χωρίς μεταβατικά μέτρα. Ο αγροτικός τομέας προσαρμόστηκε, αλλά η μετάβαση ήταν σκληρή.
- Οι κίνδυνοι: μια απότομη κατάργηση των ενισχύσεων, χωρίς να μειωθούν πρώτα τα βάρη, θα έπληττε περισσότερο τους πιο χρεωμένους και τους μικρότερους. Γι’ αυτό προτείνουμε μια σειρά βημάτων με ανακοινωμένο χρονοδιάγραμμα.
1. Το πρόβλημα σήμερα
Κόστος και τιμές. Το β΄ τρίμηνο του 2026 οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών που αγοράζει ο Έλληνας αγρότης αυξήθηκαν κατά 5,6% σε ετήσια βάση, ενώ οι τιμές παραγωγού των προϊόντων του αυξήθηκαν μόλις κατά 1,58%[1]. Τα καύσιμα κίνησης ακρίβυναν κατά 17,55%[1]. Αναλυτικά τα στοιχεία βρίσκονται στο άρθρο μας για την ψαλίδα κόστους και τιμών.
Τιμή του λαδιού. Η μέση τιμή παραγωγού για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο στην Ελλάδα ήταν 3,64 € το κιλό την εβδομάδα που άρχισε στις 5/10/2026, έναντι 6,83 € δύο χρόνια νωρίτερα[2]. Στη Λακωνία, ο συνεταιρισμός της Παντάνασσας πούλησε 10 τόνους αγουρέλαιου της νέας σοδειάς στα 5,95 € το κιλό και, στη συνέχεια, ένα βυτίο στα 4,60 € το κιλό[31]. Οι ελαιοπαραγωγοί που καλούνται σε συγκέντρωση στην Τρίπολη στις 23/10/2026 ζητούν, μεταξύ άλλων, κατώτατες εγγυημένες τιμές[3]. Εξηγήσαμε γιατί έπεσε η τιμή και γιατί η κατώτατη τιμή δεν λύνει το πρόβλημα.
Πληρωμές και ρευστότητα. Για πολλές εκμεταλλεύσεις, σημαντικό μέρος του κεφαλαίου κίνησης περνά από μια κρατική πλατφόρμα. Όταν η πλατφόρμα δυσλειτουργεί ή η πληρωμή αργεί, ο παραγωγός σχεδιάζει τη χρονιά του με βάση το ημερολόγιο της διοίκησης και όχι με βάση την αγορά (βλ. ΟΣΔΕ 2026 και ενισχύσεις που αργούν).
Τον λογαριασμό τον πληρώνουν όλοι. Για τις πληρωμές του ΟΠΕΚΕΠΕ της περιόδου 2016–2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέκλεισε από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δαπάνες άνω των 415 εκατ. €, που επιβαρύνουν τον εθνικό προϋπολογισμό[4] (βλ. Σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ).
Γραφειοκρατία. Μελέτη του Ευρωπαϊκού Δικτύου ΚΑΠ υπολόγισε ότι οι διοικητικές διαδικασίες της ΚΑΠ κοστίζουν στον αγρότη της ΕΕ κατά μέσο όρο 1.230 € τον χρόνο, σε χρόνο και σε αμοιβές συμβούλων[5]. Στο ενδεικτικό παράδειγμα που εξετάσαμε, μια μικρή μικτή εκμετάλλευση με ελιές, αμπέλι και λίγα πρόβατα είχε 18 υποχρεώσεις σε περίπου 10 πλατφόρμες ή υπηρεσίες μέσα σε έναν χρόνο (βλ. Το κόστος της γραφειοκρατίας). Παράλληλα, η πληρωμή συνδέεται όλο και περισσότερο με την ψηφιακή επιτήρηση του χωραφιού (βλ. Δορυφόροι, GPS και βώλοι) και με μητρώα που η ίδια η διοίκηση δεν προλαβαίνει να ενημερώσει (βλ. Ελαιοκομικό Μητρώο).
Νερό, καταστροφές, ζωονόσοι. Το φθινόπωρο του 2025 το φράγμα των Μπραμιανών, βασική πηγή άρδευσης για τα θερμοκήπια της Ιεράπετρας, είχε περίπου 1,4 εκατ. κυβικά μέτρα νερού, ενώ οι ανάγκες της περιοχής φτάνουν τα 12 εκατ. κυβικά μέτρα[6]. Το έργο που θα το ενίσχυε έχει πλέον προθεσμία το 2029 (βλ. Νερό, φωτιές, Daniel). Από τον Αύγουστο του 2024 ως τον Σεπτέμβριο του 2026 θανατώθηκαν λόγω ευλογιάς 495.918 αιγοπρόβατα[7] (βλ. Ευλογιά και αφθώδης).
Λιγότερες και μικρές εκμεταλλεύσεις. Σύμφωνα με την απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ, το 2020 υπήρχαν 530.679 γεωργικές εκμεταλλεύσεις, 26,6% λιγότερες από το 2009. Η μέση χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση ανά εκμετάλλευση ήταν περίπου 5,4 εκτάρια (53,8 στρέμματα)[8].
Τα προβλήματα αυτά είναι διαφορετικά, αλλά έχουν ένα κοινό στοιχείο: σε καθένα, η τιμή, το εισόδημα ή η δυνατότητα να δουλέψει ο παραγωγός εξαρτάται όλο και λιγότερο από τον ίδιο και τον αγοραστή του και όλο και περισσότερο από αποφάσεις της διοίκησης.
2. Τι λέει η θεωρία
Η ενότητα στηρίζεται στην αυστριακή σχολή της οικονομικής επιστήμης, με την οποία συμφωνούμε: στον Λούντβιχ φον Μίζες (Ludwig von Mises), στον Φρίντριχ Χάγιεκ (Friedrich Hayek) και στον Χένρι Χάζλιτ (Henry Hazlitt), που έγραψε υπό την επίδραση του Μίζες[29]. Ο Φρεντερίκ Μπαστιά (Frédéric Bastiat) δεν ανήκε στην αυστριακή σχολή· τον αναφέρουμε ως πρόδρομο, επειδή σε αυτόν στηρίζεται ρητά ο Χάζλιτ[29]. Αποδίδουμε τις ιδέες στους συγγραφείς τους και σημειώνουμε, όπου υπάρχουν, τα εμπειρικά στοιχεία που τις ενισχύουν ή τις περιορίζουν.
2.1 Η τιμή μεταφέρει πληροφορία (Χάγιεκ)
Το 1945 ο Φρίντριχ Χάγιεκ υποστήριξε ότι η γνώση που χρειάζεται μια οικονομία δεν υπάρχει συγκεντρωμένη πουθενά. Είναι διασκορπισμένη σε εκατομμύρια ανθρώπους, ως γνώση «των ειδικών συνθηκών του τόπου και του χρόνου». Ο μηχανισμός των τιμών, κατά τον Χάγιεκ, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η γνώση μεταδίδεται χωρίς να χρειάζεται να τη συγκεντρώσει κανείς[9]. Ο αγρότης ξέρει το χωράφι του, το νερό του και το κόστος του. Ο αγοραστής ξέρει τι ζητούν οι πελάτες του. Η τιμή στην οποία συμφωνούν συνοψίζει και τις δύο πλευρές. Μια τιμή που ορίζεται με απόφαση δεν συνοψίζει τίποτα: εκφράζει μόνο την εκτίμηση εκείνου που την όρισε.
2.2 Χωρίς τιμές δεν γίνεται λογαριασμός (Μίζες)
Το 1920 ο Λούντβιχ φον Μίζες υποστήριξε ότι χωρίς τιμές αγοράς για τα μέσα παραγωγής δεν μπορεί να γίνει οικονομικός λογαριασμός: κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν μια χρήση των πόρων είναι καλύτερη από μια άλλη[10]. Το επιχείρημα αφορούσε τον σοσιαλισμό, αλλά έχει και μια πιο καθημερινή εφαρμογή. Όταν ένα μεγάλο μέρος του εσόδου ενός στρέμματος είναι ενίσχυση που εξαρτάται από την καλλιέργεια που δηλώνεται, ο παραγωγός που αποφασίζει τι θα σπείρει δεν υπολογίζει μόνο τι ζητά η αγορά. Υπολογίζει και τι πληρώνει το πρόγραμμα. Όσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο της ενίσχυσης, τόσο λιγότερο ο λογαριασμός του αντανακλά τις πραγματικές ανάγκες των αγοραστών. Ο Χάζλιτ περιγράφει το ίδιο ζήτημα πιο απλά: το ερώτημα πόση εργασία και πόσο κεφάλαιο θα πάει σε κάθε προϊόν λύνεται μέσα από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες σχέσεις ανάμεσα στο κόστος παραγωγής, στις τιμές και στα κέρδη, και το βασικό λάθος των επικριτών του συστήματος των τιμών είναι ότι εξετάζουν κάθε κλάδο σαν να ήταν απομονωμένος από τους άλλους (κεφ. 15, «How the Price System Works»)[29].
2.3 Αυτό που φαίνεται και αυτό που δεν φαίνεται (Μπαστιά, Χάζλιτ)
Ο Φρεντερίκ Μπαστιά έγραψε το 1850 ότι ο κακός οικονομολόγος βλέπει μόνο το ορατό αποτέλεσμα ενός μέτρου, ενώ ο καλός λαμβάνει υπόψη και τα αποτελέσματα που δεν φαίνονται[11]. Η ενίσχυση που μπαίνει στον λογαριασμό φαίνεται. Δεν φαίνονται ο φόρος που τη χρηματοδοτεί, το κόστος του ΚΥΔ και του λογιστή για να τη λάβει κανείς, οι ώρες στις πλατφόρμες, τα έργα που δεν έγιναν με τα ίδια χρήματα και οι καλλιέργειες που δεν δοκιμάστηκαν επειδή η ενίσχυση πήγαινε αλλού.
Το 1946 ο Χάζλιτ, Αμερικανός δημοσιογράφος, στο βιβλίο Economics in One Lesson («Η οικονομία σε ένα μάθημα»), πήρε από τον Μπαστιά το παράδειγμα του σπασμένου τζαμιού (κεφ. 2, «The Broken Window») και συμπύκνωσε την ιδέα σε μία πρόταση: «Η τέχνη της οικονομικής επιστήμης συνίσταται στο να βλέπει κανείς όχι μόνο τα άμεσα αλλά και τα απώτερα αποτελέσματα κάθε πράξης ή πολιτικής· συνίσταται στο να παρακολουθεί τις συνέπειες αυτής της πολιτικής όχι μόνο για μία ομάδα αλλά για όλες τις ομάδες» (κεφ. 1, «The Lesson»· δική μας μετάφραση)[29]. Στη γεωργική πολιτική το μάθημα έχει δύο σκέλη. Ένα μέτρο που βοηθά φέτος τους παραγωγούς ενός προϊόντος μπορεί να τους βλάψει τα επόμενα χρόνια, αν συσσωρευτούν πλεονάσματα ή αν η ενίσχυση περάσει στο μίσθωμα της γης (ενότητα 2.5). Και ό,τι πληρώνουν ο φορολογούμενος ή ο καταναλωτής για να στηριχθεί μια ομάδα δεν θα ξοδευτεί αλλού· το χάνουν άλλοι παραγωγοί, συχνά και άλλοι αγρότες. Τα κεφάλαια του Χάζλιτ για τις τιμές, τις επιδοτήσεις, την πίστη, τους φόρους και το εμπόριο εφαρμόζουν αυτό το μάθημα· τα αναφέρουμε στην ενότητα 3, στα πεδία όπου ταιριάζουν.
2.4 Κανόνες γραμμένοι μακριά από το χωράφι (Χάγιεκ, Μίζες)
Ο Χάγιεκ έγραφε ότι, αν το οικονομικό πρόβλημα μιας κοινωνίας είναι κυρίως η γρήγορη προσαρμογή στις αλλαγές των ειδικών συνθηκών του τόπου και του χρόνου, οι τελικές αποφάσεις πρέπει να μένουν σε όσους γνωρίζουν αυτές τις συνθήκες, και όχι σε ένα κεντρικό όργανο που πρώτα συγκεντρώνει τη γνώση και ύστερα δίνει εντολές[9]. Κατά τη γνώμη μας, το ίδιο ισχύει για τους λεπτομερείς κανόνες. Ένας ενιαίος κανόνας για όλη την ΕΕ ή για όλη τη χώρα δεν γνωρίζει το συγκεκριμένο χωράφι, τη συγκεκριμένη χρονιά και το συγκεκριμένο πρόβλημα. Αντικαθιστά την κρίση του παραγωγού με μια γενική προδιαγραφή και με το έντυπο που αποδεικνύει ότι τηρήθηκε. Επιπλέον, όπως εκτιμούμε στην ενότητα 3.3, μεγάλο μέρος του κόστους συμμόρφωσης δεν εξαρτάται από το μέγεθος της εκμετάλλευσης: η μεγάλη επιχείρηση το απορροφά, ο μικρός παραγωγός δύσκολα. Ένα πολύπλοκο σύστημα κανόνων λειτουργεί έτσι ως φραγμός εισόδου. Κατά την εκτίμησή μας, αυτό συμβαίνει και στις εξαγωγές: το κόστος συμμόρφωσης ωθεί τον μικρό παραγωγό να πουλά στον έμπορο, και η ρύθμιση καταλήγει να ενισχύει τους μεσάζοντες που υποτίθεται ότι θέλει να περιορίσει. Και όταν ένας κανόνας φέρνει αποτελέσματα που δεν ήθελαν οι εμπνευστές του, η συνήθης απάντηση είναι ένας νέος κανόνας ή μια νέα εξαίρεση. Είναι η δυναμική της παρέμβασης που περιγράφει ο Μίζες (ενότητα 2.7).
Μια δευτερεύουσα παραπομπή: ο Τζορτζ Στίγκλερ (George Stigler), οικονομολόγος της σχολής του Σικάγου, διατύπωσε το 1971 τη θέση ότι «κατά κανόνα, η ρύθμιση αποκτάται από τον κλάδο και σχεδιάζεται και λειτουργεί κυρίως προς όφελός του»[12]. Η θέση του, γνωστή ως θεωρία της ρυθμιστικής «αιχμαλωσίας», συμφωνεί με όσα περιγράφουμε, αλλά το επιχείρημά μας δεν στηρίζεται σε αυτήν.
2.5 Η ενίσχυση περνά στη γη
Η οικονομική θεωρία προβλέπει ότι μια ενίσχυση που συνδέεται με την έκταση μεταφέρεται, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, στην τιμή και στο μίσθωμα της γης, επειδή η προσφορά γης δεν μπορεί να αυξηθεί. Οι αγρότες που ανταγωνίζονται για να μισθώσουν χωράφια, ώστε να ενεργοποιήσουν τα δικαιώματά τους, ανεβάζουν το μίσθωμα. Τότε μέρος της ενίσχυσης καταλήγει στον ιδιοκτήτη της γης, που μπορεί να μην είναι αγρότης. Τα εμπειρικά στοιχεία πρέπει να τα παρουσιάσουμε με ακρίβεια. Οι μελέτες για τις συνδεδεμένες ενισχύσεις, κυρίως στη Βόρεια Αμερική, βρίσκουν ότι μεταφέρεται στη γη από 20% έως 100% της ενίσχυσης. Για την ενιαία ενίσχυση της ΕΕ, μια μελέτη με τη συμμετοχή ερευνητών του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Επιτροπής εκτίμησε ποσοστό μόλις 6% έως 10% για την ΕΕ των 15 και περίπου 4% για την Ελλάδα, την περίοδο 2004–2007[13]. Στην Ελλάδα, επομένως, τουλάχιστον για εκείνη την περίοδο, ο μηχανισμός αυτός φαίνεται να μετρά λιγότερο από ό,τι θα περίμενε κανείς από τη θεωρία. Αντίθετα, όπου οι ενισχύσεις ήταν μεγάλες και συνδεδεμένες, όπως στη Νέα Ζηλανδία πριν από το 1984, η κατάργησή τους μείωσε σχεδόν στο μισό την αξία της γης και του ζωικού κεφαλαίου (ενότητα 4)[23].
2.6 Τα περισσότερα χρήματα πηγαίνουν στις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το οικονομικό έτος 2023 το 20% των δικαιούχων με τις μεγαλύτερες πληρωμές έλαβε το 80% των άμεσων ενισχύσεων στην ΕΕ. Οι ίδιοι δικαιούχοι κατέχουν περίπου το 80% της γεωργικής γης[14]. Η συγκέντρωση αυτή δεν είναι κατάχρηση. Είναι η λογική συνέπεια μιας ενίσχυσης που πληρώνεται ανά εκτάριο (10 στρέμματα): όποιος έχει περισσότερη γη παίρνει περισσότερα. Δείχνει όμως ότι η ενίσχυση, που παρουσιάζεται ως προστασία του μικρού αγρότη, κατά κύριο λόγο δεν πηγαίνει σε αυτόν.
2.7 Η μία παρέμβαση φέρνει την άλλη (Μίζες)
Ο Μίζες υποστήριξε επίσης, το 1950, ότι ο έλεγχος των τιμών προκαλεί αποτελέσματα που ούτε οι εμπνευστές του επιθυμούν, και ότι η κυβέρνηση τότε είτε αποσύρει το μέτρο είτε προσθέτει νέους ελέγχους[15]. Η ιστορία της ΚΑΠ ταιριάζει σε αυτό το σχήμα. Οι εγγυημένες τιμές που εισήχθησαν τη δεκαετία του 1960 έφεραν, τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, πλεονάσματα («βουνά βουτύρου» και «λίμνες κρασιού»). Το 1984 ήρθαν οι ποσοστώσεις παραγωγής για το γάλα και το 1992 η στροφή από τη στήριξη των τιμών στις άμεσες ενισχύσεις[16]. Οι άμεσες ενισχύσεις έφεραν με τη σειρά τους τους ελέγχους, τα μητρώα και τους αλγορίθμους που περιγράψαμε. Αναλυτικά για τις τιμές, βλ. την ενότητα 9 του άρθρου για το ελαιόλαδο. Ελληνικό παράδειγμα της ίδιας αλληλουχίας είναι οι συνεταιρισμοί: δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας (ΑΤΕ), ρυθμίσεις χρεών το 1992 και το 1994, ανάκτηση ενισχύσεων μετά την απόφαση της Επιτροπής του 2002, αναγκαστική μετατροπή των ενώσεων το 2011 και ειδική εκκαθάριση της ΑΤΕ το 2012 (ενότητα 3.8).
3. Δέκα πεδία, ένα προς ένα
3.1 Κατώτατες τιμές
Η κατώτατη τιμή υπόσχεται εισόδημα χωρίς να απαντά στο ερώτημα ποιος θα αγοράσει. Αν οριστεί πάνω από την τιμή της αγοράς, μένει απούλητο προϊόν. Κάποιος πρέπει να το αγοράσει και να το αποθηκεύσει, και συνήθως αυτός είναι το Δημόσιο. Η Επιτροπή σημείωνε το 1980 ότι τα αποθέματα βουτύρου της Κοινότητας είχαν αυξηθεί από 148.000 τόνους το 1974 σε 418.000 τόνους το 1978[17]. Για το ελληνικό λάδι, που πουλιέται σε ανοιχτή, ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά, μια εθνική κατώτατη τιμή προσκρούει επιπλέον στο ενωσιακό δίκαιο και, αν εφαρμοζόταν, θα έστρεφε τους αγοραστές σε ισπανικό ή άλλο λάδι. Τα επιχειρήματα αναλύονται στο άρθρο για το ελαιόλαδο και δεν τα επαναλαμβάνουμε εδώ.
Ο Χάζλιτ αφιέρωσε στο ζήτημα δύο κεφάλαια. Στο κεφάλαιο για τις τιμές «ισοτιμίας» («“Parity” Prices»), που ζητούσαν τότε οι Αμερικανοί αγρότες, παρατηρεί ότι, όταν η τιμή ενός αγροτικού προϊόντος ανεβαίνει με κρατική παρέμβαση, ο κάτοικος της πόλης πληρώνει ακριβώς όσα κερδίζει ο αγρότης· αν, επιπλέον, η τιμή στηρίζεται με περιορισμό της παραγωγής, το αποτέλεσμα είναι λιγότερα τρόφιμα για όλους (κεφ. 13)[29]. Αναγνωρίζει πάντως ότι οι αγρότες είχαν βάσιμο παράπονο: οι δασμοί στα βιομηχανικά προϊόντα τούς έβλαπταν, επειδή περιόριζαν τις αγροτικές εξαγωγές και προκαλούσαν αντίποινα σε άλλες χώρες. Η λύση που προτείνει δεν είναι ένα ακόμη προνόμιο για τους αγρότες, ως αντιστάθμισμα, αλλά η κατάργηση και των δύο: και των τιμών «ισοτιμίας» και των προστατευτικών δασμών. Στο κεφάλαιο για τη «σταθεροποίηση» των εμπορευμάτων («“Stabilizing” Commodities») εξηγεί ότι, αν η τιμή κρατηθεί ψηλά χωρίς περιορισμό της παραγωγής, τα απούλητα αποθέματα συσσωρεύονται, ώσπου η αγορά του προϊόντος να καταρρεύσει πολύ περισσότερο από ό,τι αν δεν είχε γίνει ποτέ η παρέμβαση (κεφ. 16)[29]. Τα «βουνά βουτύρου» της ΚΑΠ, που αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι μεταγενέστερο παράδειγμα αυτού του μηχανισμού. Κατά την εκτίμησή μας, μια κατώτατη τιμή για το ελαιόλαδο που θα στηριζόταν με δημόσιες αγορές θα αντιμετώπιζε τον ίδιο κίνδυνο: ό,τι αγοράζεται και αποθηκεύεται φέτος για να κρατηθεί η τιμή βαραίνει την αγορά των επόμενων χρόνων.
Η ανώτατη τιμή προκαλεί το αντίστροφο πρόβλημα. Ο Χάζλιτ δείχνει ότι μια τιμή που κρατιέται κάτω από το επίπεδο της αγοράς αυξάνει τη ζήτηση, αποθαρρύνει την παραγωγή και βγάζει από την αγορά τους οριακούς παραγωγούς· προκαλεί, δηλαδή, έλλειψη ακριβώς του αγαθού που ήθελε να κάνει προσιτό (κεφ. 17, «Government Price-Fixing»)[29]. Γι’ αυτό, κατά την εκτίμησή μας, ένα πλαφόν στις τιμές των τροφίμων στο ράφι δεν προστατεύει τον παραγωγό: η πίεση τελικά μεταφέρεται προς τα πίσω, στην τιμή που πληρώνεται για το προϊόν του.
3.2 Επιδοτήσεις
Οι επιδοτήσεις δεν είναι δωρεάν χρήματα. Συνοδεύονται από δηλώσεις, προθεσμίες, ελέγχους, κυρώσεις και, όπως έδειξε η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, από τον πειρασμό της κατάχρησης όπου υπάρχει μεγάλο ποσό προς διανομή. Υπάρχει και ένα κόστος που δεν φαίνεται, με την έννοια του Μπαστιά και του Χάζλιτ: ο χρόνος και το χρήμα που ξοδεύονται όχι για να παραχθεί περισσότερο, αλλά για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερο μερίδιο από μια διανομή. Ένα πρακτικό σημείο συχνά αγνοείται: δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνει κανείς ενισχύσεις. Μπορεί κανείς να παραμείνει νόμιμα αγρότης και ασφαλισμένος στον ΕΛΓΑ χωρίς αυτές, αρκεί να συνεχίσει να υποβάλλει την Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης χωρίς αιτήματα ενίσχυσης και να πληρώνει την εισφορά του ΕΛΓΑ (βλ. Αγρότης χωρίς επιδοτήσεις). Για πολλούς δεν είναι ρεαλιστική επιλογή σήμερα. Το ότι υπάρχει, όμως, δείχνει ότι η εξάρτηση δεν είναι αναπόφευκτη.
Ο Χάζλιτ, στο κεφάλαιο «Saving the X Industry», κάνει μια παρατήρηση που αξίζει να σημειωθεί: η άμεση επιδότηση έχει τουλάχιστον το πλεονέκτημα της διαφάνειας. Φαίνεται καθαρά ότι οι φορολογούμενοι χάνουν όσα κερδίζει ο επιδοτούμενος κλάδος, ενώ οι δασμοί και οι κατώτατες τιμές κρύβουν το ίδιο κόστος. Το καθαρό κόστος όμως παραμένει: η εργασία και το κεφάλαιο μένουν σε δραστηριότητες όπου αποδίδουν λιγότερο, ενώ, για να αναπτυχθούν νέοι κλάδοι, πρέπει κάποιοι παλαιοί να μπορούν να συρρικνωθούν (κεφ. 14)[29]. Στο κεφάλαιο «Credit Diverts Production» εφαρμόζει το ίδιο σκεπτικό στα κρατικά δάνεια, με παράδειγμα τον αγρότη. Αυτό που δανείζεται στην πραγματικότητα δεν είναι χρήμα αλλά κεφάλαιο: το αγρόκτημα ή το τρακτέρ που θα πάρει με κρατικό δάνειο ένας παραγωγός δεν μπορεί να το πάρει ένας άλλος, τον οποίο ο τοπικός τραπεζίτης ή οι γείτονές του θα είχαν κρίνει πιο αξιόπιστο. Η πρόταση για κρατικά δάνεια, γράφει, βλέπει εκείνον που παίρνει το κεφάλαιο και ξεχνά εκείνον που θα το είχε πάρει διαφορετικά (κεφ. 6)[29]. Το επιχείρημα αφορά και τα σημερινά επιδοτούμενα ή κρατικά εγγυημένα αγροτικά δάνεια: το όφελος που φαίνεται πρέπει να συγκρίνεται με εκείνο που δεν φαίνεται. Κατά την εκτίμησή μας, η ελληνική εμπειρία το επιβεβαιώνει: το 2017 ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης ανέφερε στη Βουλή ληξιπρόθεσμες οφειλές συνεταιριστικών οργανώσεων περίπου 1,8 δισ. € και, μαζί με τις ανακτήσεις ενισχύσεων της ΕΕ, περίπου 2,4 δισ. €[43] (ενότητα 3.8).
3.3 Φόροι και συμμόρφωση
Ο αγρότης του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ δεν τηρεί βιβλία και λαμβάνει κατ’ αποκοπή αντιστάθμιση. Αν όμως ξεπεράσει τις 15.000 € σε πωλήσεις ή τις 5.000 € σε ενισχύσεις, ή αν πουλήσει σε λαϊκή ή στο εξωτερικό, μετατάσσεται στο κανονικό καθεστώς με όλες τις υποχρεώσεις μιας επιχείρησης[18] (βλ. Φορολογικές υποχρεώσεις αγροτών 2026). Ο κανόνας τιμωρεί ακριβώς το βήμα που θα έπρεπε να ενθαρρύνει: τον παραγωγό που προσπαθεί να πουλήσει μόνος του. Κατά την εκτίμησή μας, μεγάλο μέρος του κόστους συμμόρφωσης δεν εξαρτάται από το μέγεθος της εκμετάλλευσης και, επομένως, βαραίνει αναλογικά περισσότερο τον μικρό παραγωγό.
Ο Χάζλιτ, στο κεφάλαιο «Taxes Discourage Production», περιγράφει τον μηχανισμό. Όποιος επωμίζεται ολόκληρη τη ζημία του αλλά κρατά μόνο μέρος του κέρδους του αποφεύγει τον κίνδυνο, δεν επεκτείνεται και ανανεώνει πιο αργά τον εξοπλισμό του. Ταυτόχρονα, το κεφάλαιο που θα χρηματοδοτούσε νέες δραστηριότητες φορολογείται πριν καν σχηματιστεί (κεφ. 5)[29]. Ο ίδιος δέχεται ότι ορισμένοι φόροι είναι απαραίτητοι για τις βασικές λειτουργίες του κράτους και ότι, αν είναι λογικοί, δεν βλάπτουν πολύ την παραγωγή. Κατά την εκτίμησή μας, το ίδιο σκεπτικό ισχύει για το κόστος συμμόρφωσης: ένας κανόνας που κάνει ακριβότερο το βήμα προς την ανάπτυξη λειτουργεί σαν φόρος ακριβώς σε αυτό το βήμα.
3.4 Απευθείας πώληση και εξαγωγές
Για να πουλήσει στη λαϊκή, ο παραγωγός χρειάζεται άδεια παραγωγού πωλητή[49] και θέση, που δίνεται με ηλεκτρονική κλήρωση όταν οι αιτήσεις είναι περισσότερες από τις θέσεις[50]. Χρειάζεται επίσης ταμειακή μηχανή συνδεδεμένη με την ΑΑΔΕ και τερματικό για κάρτες[51][52], ενώ με την πρώτη πώληση στη λαϊκή περνά στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ[18]. Για να πουλήσει σε άλλη χώρα, χρειάζεται εγγραφές, δηλώσεις και πιστοποιητικά που, κατά την εκτίμησή μας, ένας μεγάλος εξαγωγέας απορροφά εύκολα και ένας μικρός δύσκολα. Ο απλούστερος τρόπος να αυξηθεί το μερίδιο του παραγωγού στην τελική τιμή είναι να του επιτραπεί να πουλά με λιγότερα εμπόδια, όχι να οριστεί η τιμή του.
3.5 Ασφάλιση της παραγωγής
Για τους κινδύνους που καλύπτει ο Κανονισμός Ασφάλισης του ΕΛΓΑ, η παραγωγή ασφαλίζεται σε έναν δημόσιο οργανισμό, τον ΕΛΓΑ, με εισφορά που ορίζει ο νόμος: 4% της ασφαλιζόμενης αξίας για τη φυτική παραγωγή και 1,5% για την ελιά[19]. Τον Ιανουάριο του 2026 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η αποζημίωση ανεβαίνει στο 100% της ασφαλιζόμενης αξίας. Οι ζημιές που δεν καλύπτει ο Κανονισμός, όπως οι πυρκαγιές στο φυτικό κεφάλαιο και οι πλημμύρες, αποζημιώνονται όμως συνήθως με χωριστά προγράμματα κρατικών ενισχύσεων, και εκεί καταγράφονται οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις (βλ. Νερό, φωτιές, Daniel). Πιστεύουμε ότι ο παραγωγός θα ωφελούνταν αν μπορούσε να επιλέξει πώς θα ασφαλίσει την παραγωγή του, σε ανταγωνισμό ανάμεσα στον ΕΛΓΑ και σε ιδιωτικούς ασφαλιστές ή αλληλασφαλιστικά ταμεία των ίδιων των παραγωγών, με συμβόλαια που ορίζουν σαφώς πότε και πόσο πληρώνουν. Σημειώνουμε ότι σε αυτό το κείμενο δεν εξετάσαμε την αγορά ιδιωτικής αγροτικής ασφάλισης στην Ελλάδα ούτε το κόστος των ασφαλίστρων της.
3.6 Δικαιώματα στο νερό
Ο νέος νόμος για τα ύδατα μεταφέρει σταδιακά οργανισμούς εγγείων βελτιώσεων στην ΕΥΔΑΠ και στην ΕΥΑΘ, και η συζήτηση τέθηκε ως δίλημμα «δημόσιο ή πώληση» (βλ. Νερό, φωτιές, Daniel). Κατά τη γνώμη μας, το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο χρήστης έχει σαφές, καταγεγραμμένο δικαίωμα και κίνητρο να εξοικονομεί. Στη λεκάνη Murray–Darling της Αυστραλίας, το δικαίωμα νερού είναι δικαίωμα σε ένα διαρκές μερίδιο από το νερό ενός συστήματος. Κάθε χρόνο οι αρχές των πολιτειών ορίζουν πόσο νερό αντιστοιχεί σε κάθε δικαίωμα, ανάλογα με τις βροχές, τις εισροές στους ταμιευτήρες και τα αποθέματα. Και το δικαίωμα και το νερό κάθε χρονιάς μπορούν να πωληθούν, και η τιμή του νερού διαμορφώνεται από την προσφορά και τη ζήτηση[20]. Το σύστημα δεν είναι χωρίς προβλήματα: η Επιτροπή Ανταγωνισμού και Καταναλωτή της Αυστραλίας (ACCC) διερεύνησε τη λειτουργία αυτών των αγορών και δημοσίευσε το 2021 την τελική της έκθεση, με προτάσεις για βελτιώσεις[20]. Το παράδειγμα δείχνει όμως ότι ένας σπάνιος πόρος μπορεί να κατανέμεται με κίνητρα και όχι μόνο με αποφάσεις.
3.7 Η αγορά γης και ο κατακερματισμός
Με μέση έκταση περίπου 5,4 εκτάρια (53,8 στρέμματα) ανά εκμετάλλευση[8], πολλοί Έλληνες παραγωγοί δουλεύουν σε κλίμακα που συνήθως ανεβάζει το κόστος ανά κιλό. Η λύση δεν είναι ένα κρατικό πρόγραμμα αναδασμού. Είναι μια αγορά γης στην οποία η αγορά, η πώληση και η μακροχρόνια μίσθωση είναι εύκολες, φθηνές και ασφαλείς. Σήμερα το Κτηματολόγιο, η φορολογική δήλωση ακινήτων (Ε9) και η πραγματική καλλιέργεια δεν συμφωνούν πάντα, σε τέτοιο βαθμό ώστε η ΑΑΔΕ να χρειαστεί να θεσπίσει 17 «λόγους μη ταυτοποίησης» του κωδικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) στην αίτηση ενίσχυσης (βλ. ΟΣΔΕ 2026). Ένας τίτλος που δεν είναι βέβαιος δυσκολεύει κάθε συναλλαγή και κάθε δάνειο με εγγύηση τη γη. Η ολοκλήρωση και η διόρθωση του Κτηματολογίου είναι, κατά τη γνώμη μας, από τα λίγα πεδία όπου η δουλειά του κράτους είναι απαραίτητη: η σαφής ιδιοκτησία είναι προϋπόθεση της αγοράς.
3.8 Εθελοντική συνεργασία, όχι κρατικοί συνεταιρισμοί
Ο μεμονωμένος παραγωγός έχει μικρή διαπραγματευτική δύναμη απέναντι σε έναν μεγάλο αγοραστή. Η απάντηση της αγοράς είναι η συνεργασία: συνεταιρισμοί και οργανώσεις παραγωγών που ιδρύουν οι ίδιοι οι αγρότες, συγκεντρώνουν προϊόν, το τυποποιούν, χτίζουν ένα όνομα και διαπραγματεύονται. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1308/2013 επιτρέπει ήδη στις αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών, υπό όρους, να προγραμματίζουν την παραγωγή και να διαπραγματεύονται συμβάσεις για λογαριασμό των μελών τους[21]. Το κρίσιμο είναι να είναι η συμμετοχή εθελοντική και να κρίνεται η οργάνωση από τα αποτελέσματά της, χωρίς κρατικά δάνεια ή διορισμένες διοικήσεις που την κρατούν ζωντανή όταν αποτυγχάνει.
Η ελληνική εμπειρία δείχνει τι συμβαίνει όταν η συνεργασία γίνεται υπόθεση του κράτους. Η Ελλάδα είχε κάποτε περισσότερους από 7.000 αγροτικούς συνεταιρισμούς· σήμερα στο Εθνικό Μητρώο Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΜΑΣ) εμφανίζονται 1.095 με επικαιροποιημένα στοιχεία[45]. Τον Απρίλιο του 2011 το Υπουργείο απέστειλε ερωτηματολόγιο σε 5.648 συνεταιρισμούς. Από όσους απάντησαν, 1.543 δεν είχαν κανένα έσοδο, 3.266 είχαν πολύ χαμηλά έσοδα και μόνο 908 ήταν κερδοφόροι[40]. Τη δεκαετία του 1980 η κυβέρνηση υποχρέωσε την Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων (ΚΥΔΕΠ) να καταβάλλει στα μέλη της τιμές υψηλότερες από τις τιμές της αγοράς, με την υπόσχεση ότι θα καλύψει τη διαφορά· η υπόσχεση δεν τηρήθηκε, η ΚΥΔΕΠ δανειζόταν από την ΑΤΕ και τον Μάιο του 1993 τέθηκε σε εκκαθάριση με δικαστική απόφαση[40]. Κατά την εκτίμησή μας, πρόκειται για κατώτατη τιμή, όπως αυτή της ενότητας 3.1, της οποίας το κόστος μεταφέρθηκε σε μια κρατική τράπεζα.
Τα χρέη των συνεταιρισμών ρυθμίστηκαν με το άρθρο 32 του ν. 2008/1992 και το άρθρο 5 του ν. 2237/1994. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε με την απόφαση 2002/458/ΕΚ της 1/3/2002 ότι τα καθεστώτα αυτά αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και διέταξε την ανάκτησή τους· το Δικαστήριο της ΕΕ απέρριψε την προσφυγή της Ελλάδας στις 29/4/2004 (υπόθεση C-278/00)[41]. Στις 27/7/2012 η Τράπεζα της Ελλάδος ανακάλεσε την άδεια της ΑΤΕ και την έθεσε σε ειδική εκκαθάριση· το υγιές τμήμα μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Πειραιώς έναντι 95 εκατ. €[42]. Κατά τη γνώμη μας, οι συνεταιρισμοί αυτοί δεν απέτυχαν επειδή η ιδέα της συνεργασίας είναι λανθασμένη. Απέτυχαν επειδή το κεφάλαιό τους προερχόταν από μια κρατική τράπεζα και οι ζημίες τους καλύπτονταν με νόμο, οπότε η διοίκηση λογοδοτούσε σε όποιον εγγυόταν τη διάσωση και όχι στα μέλη.
Η θεωρία εξηγεί γιατί η εθελοντική συνεργασία δεν είναι αυτονόητη. Ο Μάνκουρ Όλσον (Mancur Olson) υποστήριξε το 1965 ότι οι μεγάλες ομάδες δεν δρουν αυτόματα για το κοινό τους συμφέρον, επειδή κάθε μέλος έχει κίνητρο να επωφελείται χωρίς να συνεισφέρει[47]. Η Έλινορ Όστρομ (Elinor Ostrom), Νόμπελ Οικονομικών 2009, έδειξε όμως ότι κοινότητες χρηστών μπορούν να διαχειρίζονται επιτυχώς κοινούς πόρους χωρίς κρατική επιβολή, με κανόνες που θέτουν οι ίδιες[48]. Το ισχύον πλαίσιο, ο ν. 4673/2020, ορίζει τον αγροτικό συνεταιρισμό ως αυτόνομη, εθελοντική ένωση με εμπορική ιδιότητα και απαιτεί τουλάχιστον 10 ιδρυτικά μέλη, ελάχιστο κεφάλαιο 10.000 € και εγγραφή στο ΕΜΑΣ[44]. Για την αναγνώριση ομάδας παραγωγών απαιτούνται τουλάχιστον 5 μέλη και 40.000 € εμπορευόμενη παραγωγή· για την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγών, τουλάχιστον 20 μέλη και 250.000 €[46].
Οι συνεταιρισμοί που επιβίωσαν ή αναπτύχθηκαν, από τη Ζαγορά Πηλίου έως την Arla, έχουν κοινά χαρακτηριστικά: σαφή εμπορικό σκοπό, δέσμευση παράδοσης, κεφάλαιο από τα μέλη, τιμή ανάλογα με την ποιότητα, επαγγελματική διοίκηση και δυνατότητα αποχώρησης (βλ. Συνεταιρισμοί χωρίς κράτος). Γι’ αυτό προτείνουμε απλούστερη σύσταση και λιγότερη εποπτεία για τους μικρούς συνεταιρισμούς που δεν λαμβάνουν δημόσιο χρήμα, κανένα νέο καθεστώς ρύθμισης χρεών ή κρατικής εγγύησης δανείων και ίδια φορολογική μεταχείριση για κάθε μορφή συλλογικής διάθεσης.
3.9 Εμπόριο, και για τις εισροές
Η Ελλάδα εξάγει ελαιόλαδο, φέτα, φρούτα και λαχανικά. Ο Έλληνας παραγωγός έχει συμφέρον από ανοιχτά σύνορα για τα προϊόντα του, αλλά και για όσα αγοράζει: λιπάσματα, ζωοτροφές, μηχανήματα, ενέργεια. Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) της ΕΕ επιβαρύνει τα εισαγόμενα λιπάσματα, και η Επιτροπή χρειάστηκε να προτείνει αναστολή δασμών για την αμμωνία και την ουρία (βλ. Καύσιμα, λιπάσματα, ρεύμα).
Η συμφωνία της ΕΕ με τη Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη) είναι η πιο πρόσφατη δοκιμή. Το Συμβούλιο ενέκρινε την υπογραφή της στις 9/1/2026, με θετική ψήφο της Ελλάδας[33], και η ενδιάμεση εμπορική συμφωνία εφαρμόζεται προσωρινά από την 1/5/2026[32]. Το ΥΠΑΑΤ υποστήριξε ότι η συμφωνία «θα περνούσε ανεξάρτητα από τη στάση της χώρας μας», ότι οι ελληνικές αγροδιατροφικές εξαγωγές προς τη Mercosur, 34,3 εκατ. € το 2024, «μπορούν να αυξηθούν σημαντικά» και ότι προστατεύονται 21 ελληνικές γεωγραφικές ενδείξεις[34]. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2026/687 προβλέπει ρήτρα διασφάλισης: η Επιτροπή ξεκινά έρευνα για ευαίσθητα προϊόντα όταν οι εισαγωγές αυξηθούν κατά 5% σε σχέση με τον μέσο όρο τριετίας και ταυτόχρονα οι τιμές εισαγωγής είναι κατά 5% χαμηλότερες από τις εγχώριες[35][36]. Τον Δεκέμβριο του 2024 ο Σύνδεσμος Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ) ζήτησε «Κατάργηση της συμφωνίας Mercosur»[39], και τον Ιανουάριο του 2026 οι επιτροπές των μπλόκων έθεσαν ως «κόκκινη γραμμή» την καταψήφισή της[53] (βλ. Από τα μπλόκα στη Mercosur).
Η ένσταση των αγροτών έχει βάση, αλλά αφορά την ασυμμετρία των κανόνων και όχι το εμπόριο καθαυτό: ο Ευρωπαίος παραγωγός συμμορφώνεται με κανόνες που ο ανταγωνιστής του εκτός ΕΕ συχνά δεν έχει. Ο έλεγχος της Επιτροπής στη Βραζιλία το 2024 έκρινε αναποτελεσματικές τις ρυθμίσεις που πρέπει να εγγυώνται ότι τα βοοειδή από τα οποία προέρχεται κρέας για την ΕΕ δεν έχουν λάβει ποτέ οιστραδιόλη 17β, ορμόνη που απαγορεύεται στην ΕΕ ως αυξητικός παράγοντας[37]. Η ασυμμετρία έχει δύο λύσεις: ή να επιβάλουμε τους δικούς μας κανόνες παραγωγής στους άλλους ή να μειώσουμε τα περιττά βάρη στους δικούς μας. Προτιμούμε τη δεύτερη. Οι κανόνες που προστατεύουν τη δημόσια υγεία, όπως τα όρια υπολειμμάτων και η απαγόρευση των ορμονών, πρέπει να ισχύουν για κάθε προϊόν, ευρωπαϊκό ή εισαγόμενο, και να ελέγχονται αυστηρά. Ο καταναλωτής δικαιούται τίμια σήμανση της προέλευσης. Όσοι κανόνες δεν έχουν αποδεδειγμένο όφελος πρέπει να καταργηθούν για τον Ευρωπαίο αγρότη, αντί να επιβάλλονται και στους άλλους.
Τα δύο κεφάλαια του Χάζλιτ για το εμπόριο είναι εδώ χρήσιμα. Στο «Who’s “Protected” by Tariffs?» δείχνει ότι ο δασμός κάνει ορατό το όφελος του προστατευόμενου κλάδου, ενώ η ζημία μοιράζεται σε όλους τους καταναλωτές και σε όλους τους άλλους κλάδους και γι’ αυτό δεν φαίνεται. Ό,τι πληρώνει επιπλέον ο καταναλωτής για το προστατευόμενο προϊόν δεν το ξοδεύει σε κάτι άλλο, και η εργασία και το κεφάλαιο στρέφονται από όσα κάνει η χώρα πιο αποδοτικά σε όσα κάνει λιγότερο αποδοτικά (κεφ. 11)[29][30]. Στο «The Drive for Exports» θυμίζει ότι μακροπρόθεσμα οι εξαγωγές πληρώνουν τις εισαγωγές και αντιστρόφως: μια χώρα που θέλει να πουλά περισσότερα πρέπει να δεχτεί να αγοράζει περισσότερα (κεφ. 12)[29]. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι και ο Έλληνας αγρότης είναι αγοραστής εισαγόμενων: σύμφωνα με δικούς μας υπολογισμούς σε προσωρινά στοιχεία της Eurostat, τον Μάιο–Αύγουστο 2026 οι ελληνικές εισαγωγές αγροτικών προϊόντων και τροφίμων από τη Mercosur αυξήθηκαν από 214 σε 248 εκατ. € σε σχέση με το ίδιο τετράμηνο του 2025, και η αύξηση οφείλεται στα σογιάλευρα για ζωοτροφές (από 68,2 σε 114,6 εκατ. €)[38]. Τα σογιάλευρα είναι βασικό στοιχείο του κόστους των κτηνοτρόφων. Με αυτή τη λογική, για τον Έλληνα παραγωγό ελαιολάδου, τυριών ή κρασιού, η πρόσβαση στις αγορές της Mercosur έχει ως αντίτιμο την πρόσβαση των προϊόντων της Mercosur στην ευρωπαϊκή αγορά. Το ερώτημα που θέτουμε είναι πώς θα μειωθούν τα βάρη που επιβάλλονται στον Ευρωπαίο παραγωγό, ώστε να ανταγωνίζεται με ίσους όρους, και όχι πώς θα κλείσει η αγορά. Κατά τη γνώμη μας, η κυβέρνηση έχει δίκιο για τα οφέλη του εμπορίου, αλλά μια πολιτική που ανοίγει το εμπόριο προς τα έξω, ενώ προς τα μέσα φορτώνει τον αγρότη με κόστος, χαρτιά και ελέγχους, είναι μισή μεταρρύθμιση (βλ. Το ζήτημα της Mercosur).
3.10 Ενέργεια
Το ειδικό αγροτικό τιμολόγιο ρεύματος και η απαλλαγή από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο αγροτικό πετρέλαιο απευθείας στο πρατήριο, από 1/11/2026, ελαφρύνουν το κόστος (βλ. Καύσιμα, λιπάσματα, ρεύμα). Το γεγονός όμως ότι χρειάστηκαν χρόνια επιστροφών σε δόσεις δείχνει πώς λειτουργεί μια πολιτική που πρώτα φορολογεί και ύστερα επιστρέφει μέρος του φόρου ως «στήριξη». Ένα τιμολόγιο που δίνεται με όρους, όπως η απουσία ληξιπρόθεσμων οφειλών, αποφασίζεται πολιτικά και μπορεί να αλλάξει πολιτικά. Πιο σταθερή λύση είναι χαμηλότεροι φόροι στην ενέργεια για όλους και λιγότερα εμπόδια στα αγροτικά φωτοβολταϊκά και στις ενεργειακές κοινότητες.
4. Τι δείχνουν τα πραγματικά παραδείγματα
4.1 Νέα Ζηλανδία, 1984
Το 1984, σύμφωνα με το νεοζηλανδικό Υπουργείο Οικονομικών, που επικαλείται την ομοσπονδία των αγροτών της χώρας (Federated Farmers), σχεδόν το 40% του εισοδήματος του μέσου κτηνοτρόφου προβάτων και βοοειδών προερχόταν από κρατικές επιδοτήσεις. Στον προϋπολογισμό του Νοεμβρίου 1984 καταργήθηκαν περίπου 30 επιδοτήσεις παραγωγής, με ελάχιστα μεταβατικά μέτρα. Η κύρια εξαίρεση ήταν μια εφάπαξ ενίσχυση εξόδου για όσους εγκατέλειπαν τη γεωργία[22]. Τα πρόβατα μειώθηκαν από 70,3 εκατομμύρια το 1982 σε 60,6 εκατομμύρια το 1989, καθώς οι παραγωγοί προσαρμόστηκαν στις τιμές της αγοράς[22].
Η Federated Farmers έγραψε το 2002 ότι οι επίσημες προβλέψεις μιλούσαν για 8.000 εκμεταλλεύσεις που θα έκλειναν, ενώ τελικά πουλήθηκαν αναγκαστικά μόνο περίπου 800, δηλαδή το 1% του συνόλου[24]. Πρόκειται για εκτίμηση οργάνωσης που υποστηρίζει τη μεταρρύθμιση. Την ίδια εκτίμηση επικαλείται ακαδημαϊκή μελέτη του 2015, η οποία παρακολούθησε 119 εκμεταλλεύσεις προβάτων και βοοειδών από το 1984 ως το 2013 και σημειώνει ότι, παρά τις προβλέψεις, λίγοι αγρότες εγκατέλειψαν τη γη. Η ίδια μελέτη καταγράφει και το κόστος. Το κέρδος των εκμεταλλεύσεων μειώθηκε σχεδόν στο μισό, η αξία της γης και του ζωικού κεφαλαίου σχεδόν υποδιπλασιάστηκε μέσα σε ελάχιστο χρόνο, και το 1985–86 το μέσο επιτόκιο έφτασε το 12% και το επιτόκιο των νέων ενυπόθηκων δανείων το 19%. Περίπου το 20% του χρέους του αγροτικού τομέα διαγράφηκε, με την ενθάρρυνση της κυβέρνησης[23]. Σήμερα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η στήριξη των παραγωγών στη Νέα Ζηλανδία αντιστοιχεί στο 1,28% των ακαθάριστων εσόδων τους (μέσος όρος 2022–2024), έναντι 12,6% κατά μέσο όρο στις 54 χώρες που εξετάζει ο Οργανισμός[25][26].
Το παράδειγμα δεν μεταφέρεται αυτούσιο στην Ελλάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Νέα Ζηλανδία είχε περίπου 80.000 εκμεταλλεύσεις σε περίπου 15,5 εκατ. εκτάρια (155 εκατ. στρέμματα), κυρίως κτηνοτροφικές[24], και, σύμφωνα με τη μελέτη του 2015, οι αγροτικές εξαγωγές αποφέρουν περίπου τα δύο τρίτα των εξαγωγικών της εσόδων[23]. Δείχνει όμως δύο πράγματα: ότι η γεωργία μπορεί να επιβιώσει και να αναπτυχθεί χωρίς επιδοτήσεις, και ότι η απότομη μετάβαση έχει πραγματικό κόστος για τους πιο χρεωμένους.
4.2 Η ΚΑΠ των εγγυημένων τιμών
Το αντίστροφο παράδειγμα είναι η ίδια η Ευρώπη. Οι εγγυημένες τιμές της ΚΑΠ από το 1962 οδήγησαν σε πλεονάσματα τη δεκαετία του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τα πλεονάσματα αντιμετωπίστηκαν με δημόσιες αγορές, αποθήκευση και επιδοτούμενες εξαγωγές, ύστερα με ποσοστώσεις παραγωγής και τελικά με την εγκατάλειψη του μοντέλου[16][17][28]. Τριάντα χρόνια παρεμβάσεων στις τιμές κατέληξαν σε ένα σύστημα ενισχύσεων που χρειάζεται δορυφόρους για να ελεγχθεί.
4.3 Τα εργαλεία της αγοράς δεν είναι μαγικά
Η αγορά δεν εγγυάται ότι κάθε εργαλείο θα πετύχει. Η αγορά συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης για το ελαιόλαδο που λειτουργούσε από το 2004 στη Χαέν της Ισπανίας σταμάτησε τις συναλλαγές το 2014, και το 2016 οι μέτοχοί της αποφάσισαν τη διάλυσή της[27]. Σε μια ελεύθερη αγορά τα εργαλεία που δεν εξυπηρετούν αρκετούς χρήστες κλείνουν, χωρίς να τα πληρώνει ο φορολογούμενος. Αυτό είναι πλεονέκτημα, όχι αποτυχία.
5. Αντιρρήσεις και κίνδυνοι της μετάβασης
Ένα κείμενο γνώμης που δεν εξετάζει τις αντιρρήσεις δεν πείθει. Παρακάτω καταγράφουμε τις σοβαρότερες και την απάντησή μας.
«Χωρίς επιδοτήσεις οι μικροί θα κλείσουν.» Είναι ο σοβαρότερος κίνδυνος. Στη Νέα Ζηλανδία η μετάβαση κόστισε ακριβά σε όσους είχαν δανειστεί λίγο πριν από το 1984, και χρειάστηκε διαγραφή χρεών[23]. Οι ελληνικές εκμεταλλεύσεις είναι πολύ μικρότερες και, κατά την εκτίμησή μας, πολλές δεν θα κάλυπταν σήμερα το κόστος τους χωρίς τις ενισχύσεις. Γι’ αυτό δεν προτείνουμε κατάργηση από τη μια μέρα στην άλλη. Προτείνουμε πρώτα τη μείωση των βαρών και, μετά, μια σταδιακή μείωση των ενισχύσεων με χρονοδιάγραμμα ανακοινωμένο πολλά χρόνια πριν, ώστε να μη δανείζεται και να μην αγοράζει κανείς γη με βάση πληρωμές που θα σταματήσουν.
«Η αγορά δεν προστατεύει από το χαλάζι, την ξηρασία και τις μεταδοτικές ασθένειες των ζώων.» Σωστά, ο κίνδυνος του καιρού και των ασθενειών είναι πραγματικός. Οι Νεοζηλανδοί κτηνοτρόφοι της μελέτης του 2015 είπαν ότι το πρόβλημα δεν ήταν η απορρύθμιση μόνη της, αλλά η απορρύθμιση μαζί με σοβαρές ξηρασίες[23]. Η απάντηση είναι η ασφάλιση με σαφείς όρους, οι αποθεματικοί λογαριασμοί και, για τις ασθένειες αυτές, μια δημόσια παρέμβαση που αποζημιώνει πλήρως και έγκαιρα, επειδή η θανάτωση ζώων είναι στέρηση ιδιοκτησίας (βλ. Ευλογιά και αφθώδης). Δεν είναι οι μόνιμες επιδοτήσεις.
«Οι μεγάλοι αγοραστές θα επιβάλλουν τιμές.» Η διαπραγματευτική ανισότητα υπάρχει. Αντιμετωπίζεται όμως καλύτερα με περισσότερους αγοραστές, δηλαδή με απευθείας πώληση, εξαγωγές, εθελοντική συνεργασία και εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, παρά με μια τιμή που ορίζεται κεντρικά και δεν υποχρεώνει κανέναν να αγοράσει.
«Οι αγρότες μόνοι τους δεν μπορούν να οργανωθούν· χρειάζονται το κράτος.» Η ελληνική εμπειρία δείχνει το αντίθετο: οι συνεταιρισμοί που στηρίχθηκαν σε κρατική πίστωση και ρυθμίσεις χρεών άφησαν οφειλές περίπου 2,4 δισ. €[43], ενώ οι συνεταιρισμοί που επιβίωσαν, όπως της Ζαγοράς, στηρίχθηκαν στο κεφάλαιο και στη δέσμευση των μελών τους (ενότητα 3.8). Το κράτος βοηθά περισσότερο όταν απλουστεύει τη σύσταση και δεν εγγυάται τις ζημίες.
«Η γη θα συγκεντρωθεί σε λίγα χέρια.» Οι σημερινές ενισχύσεις ήδη κατευθύνονται κατά 80% στο 20% των δικαιούχων[14]. Στη μελέτη του 2015 για τη Νέα Ζηλανδία, από 86 εκμεταλλεύσεις για τις οποίες υπήρχαν στοιχεία, το 42% είχε περίπου το ίδιο μέγεθος μετά από τριάντα χρόνια, το 31% είχε μεγαλώσει και το 27% είχε μικρύνει[23]. Πρόκειται για ένα δείγμα από δύο περιοχές και όχι για εθνικό στοιχείο, αλλά δεν δείχνει μαζική συγκέντρωση.
«Χωρίς κανόνες, θα επιβαρυνθεί το περιβάλλον.» Η Federated Farmers υποστήριξε ότι μετά την κατάργηση των επιδοτήσεων οι αγρότες χρησιμοποίησαν τις εισροές πιο στοχευμένα και ότι εγκαταλείφθηκε η καλλιέργεια οριακών εκτάσεων[24]. Το Υπουργείο Οικονομικών της χώρας καταγράφει όμως ότι από το 1991 ως το 2002 η λίπανση ανά εκτάριο (10 στρέμματα) στις εντατικές εκμεταλλεύσεις προβάτων και βοοειδών αυξήθηκε κατά 24% έως 28%[22]. Η αγορά δεν λύνει από μόνη της κάθε περιβαλλοντικό ζήτημα. Οι κανόνες για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον πρέπει να μείνουν, αλλά να κρίνονται με ανάλυση κόστους και οφέλους και να ισχύουν το ίδιο για τα εισαγόμενα.
«Το χειρότερο σενάριο.» Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι η αγορά. Είναι μια μισή μεταρρύθμιση: να μειωθούν οι ενισχύσεις, ενώ μένουν οι φόροι στις εισροές, η γραφειοκρατία και τα εμπόδια στην πώληση. Τότε ο αγρότης θα έχανε τη στήριξη χωρίς να αποκτήσει την ελευθερία. Γι’ αυτό η σειρά των βημάτων έχει σημασία.
6. Η άποψή μας
Ο αγρότης δεν ζητά ελεημοσύνη. Ζητά να του επιτρέψουν να δουλέψει, να πουλήσει και να κρατήσει όσα κερδίζει. Πιστεύουμε ότι η ελεύθερη αγορά δεν είναι εχθρός του, αλλά ο μόνος μηχανισμός που του επιτρέπει να είναι πραγματικά ανεξάρτητος. Η τιμή του λέει τι ζητούν οι άνθρωποι. Η ιδιοκτησία του δίνει λόγο να επενδύσει. Η ελευθερία συναλλαγής του φέρνει περισσότερους πελάτες από όσους θα του έδινε ποτέ μια κρατική πλατφόρμα.
Η σημερινή εξάρτηση δεν δημιουργήθηκε σε μια μέρα και δεν θα λυθεί σε μια μέρα. Προτείνουμε την εξής σειρά:
- Πρώτα τα βάρη. Λιγότεροι φόροι και δασμοί στις εισροές, ενιαίο και απλό σημείο για όλες τις δηλώσεις, κατάργηση όσων υποχρεώσεων δεν έχουν αποδεδειγμένο όφελος.
- Ελευθερία πώλησης. Ένα όριο κάτω από το οποίο ο παραγωγός πουλά στη λαϊκή, από το κτήμα ή στο εξωτερικό χωρίς να χάνει το ειδικό καθεστώς ΦΠΑ.
- Σαφής ιδιοκτησία. Ολοκληρωμένο και σωστό Κτηματολόγιο, εύκολες και φθηνές συναλλαγές γης, καταγεγραμμένα και μεταβιβάσιμα δικαιώματα στο νερό.
- Ελευθερία στην ασφάλιση. Δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στον ΕΛΓΑ και σε άλλους ασφαλιστές, με συμβόλαια που πληρώνουν στην ώρα τους.
- Σταδιακή απεξάρτηση. Μείωση των ενισχύσεων με χρονοδιάγραμμα που ανακοινώνεται πολλά χρόνια πριν, ξεκινώντας από εκείνες που στρεβλώνουν περισσότερο τις αποφάσεις παραγωγής.
- Εθελοντική συνεργασία. Απλούστερη σύσταση για τους μικρούς συνεταιρισμούς που δεν λαμβάνουν δημόσιο χρήμα· κανένα νέο καθεστώς ρύθμισης χρεών ή κρατικής εγγύησης δανείων.
- Ανοιχτό εμπόριο, ίδιοι κανόνες υγείας. Καμία νέα εμπορική προστασία· οι κανόνες για τη δημόσια υγεία να ισχύουν και να ελέγχονται για κάθε προϊόν, ευρωπαϊκό ή εισαγόμενο, με τίμια σήμανση της προέλευσης.
- Καμία κατώτατη τιμή. Καμία υπόσχεση τιμής που δεν συνοδεύεται από αγοραστή.
Ο Μπαστιά θα μας υπενθύμιζε να κοιτάξουμε και αυτό που δεν φαίνεται: πόσοι νέοι δεν έγιναν ποτέ αγρότες επειδή η γη ήταν ακριβή, οι κανόνες ατέλειωτοι και το εισόδημα εξαρτώνταν από μια υπογραφή. Μια αγορά ανοιχτή στον παραγωγό είναι, πάνω απ’ όλα, μια αγορά ανοιχτή σε αυτούς.
Απαλλαγή από ευθύνη
1. Άρθρο γνώμης, όχι συμβουλή. Το κείμενο εκφράζει τις απόψεις της σύνταξης για την αγροτική πολιτική. Δεν αποτελεί νομική, φορολογική, ασφαλιστική, χρηματοοικονομική ή επενδυτική συμβουλή και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη γνώμη επαγγελματία. Δεν αποτελεί σύσταση να υποβάλετε ή να μην υποβάλετε αίτηση ενίσχυσης, να αλλάξετε τον τρόπο που ασφαλίζετε την παραγωγή σας ή να πάρετε άλλη απόφαση για την εκμετάλλευσή σας. Η ανάγνωσή του δεν δημιουργεί σχέση συμβούλου και πελάτη ή άλλη συμβατική σχέση με την Αγροτική Φωνή ή τους συντάκτες της.
2. Γνώμες, στοιχεία και παραδείγματα. Οι θέσεις, οι προτάσεις και οι εκτιμήσεις είναι της σύνταξης. Οι θεωρίες αποδίδονται στους συγγραφείς τους. Τα πραγματικά στοιχεία προέρχονται από τις πηγές που παρατίθενται και αποτυπώνουν όσα ήταν διαθέσιμα στις 21 Οκτωβρίου 2026. Τα παραδείγματα άλλων χωρών αφορούν διαφορετικές οικονομικές, θεσμικές και φυσικές συνθήκες και δεν μεταφέρονται αυτούσια στην Ελλάδα. Οι κανόνες για τις ενισχύσεις, τη φορολογία και την ασφάλιση της παραγωγής αλλάζουν συχνά.
3. Καμία εγγύηση. Η σύνταξη ελέγχει τις πηγές και διορθώνει όποιο λάθος εντοπίζει. Δεν εγγυάται όμως ότι οι πληροφορίες είναι ακριβείς, πλήρεις ή επίκαιρες.
4. Περιορισμός ευθύνης. Στο μέτρο που επιτρέπεται από τον νόμο, η Αγροτική Φωνή και οι συντάκτες της δεν ευθύνονται για ζημία που προκύπτει από αποφάσεις, ενέργειες ή παραλείψεις βασισμένες σε αυτό το κείμενο. Στη ζημία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως η απώλεια ενισχύσεων, αποζημιώσεων ή εσόδων και η ζημία από παραγωγικές, εμπορικές ή επενδυτικές αποφάσεις. Δεν ευθύνονται ούτε για το περιεχόμενο ιστοτόπων τρίτων στους οποίους παραπέμπουν οι σύνδεσμοι. Ο περιορισμός δεν ισχύει για δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρο 332 ΑΚ).
5. Τι να κάνετε. Πριν από οποιαδήποτε απόφαση για τις ενισχύσεις, τη φορολογία ή την ασφάλιση της παραγωγής σας, συμβουλευτείτε λογιστή-φοροτεχνικό με άδεια του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ), το ΚΥΔ σας ή τη ΔΑΟΚ της Περιφερειακής σας Ενότητας και, για την ασφάλιση, τον ΕΛΓΑ. Σε κάθε απόκλιση υπερισχύουν τα επίσημα κείμενα: νόμοι, κανονισμοί της ΕΕ, ΦΕΚ, αποφάσεις και εγκύκλιοι.
Ισχύουν επίσης οι γενικοί Όροι χρήσης του ιστότοπου.
Το κείμενο βασίζεται στα άρθρα μας: Καύσιμα, λιπάσματα, ρεύμα · Γιατί έπεσε η τιμή του ελαιολάδου · ΟΣΔΕ 2026 και ενισχύσεις που αργούν · Σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ · Το κόστος της γραφειοκρατίας · Δορυφόροι, GPS και βώλοι · Ελαιοκομικό Μητρώο · Νερό, φωτιές, Daniel · Ευλογιά και αφθώδης · Αγρότης χωρίς επιδοτήσεις · Φορολογικές υποχρεώσεις αγροτών 2026 · Από τα μπλόκα στη Mercosur · Το ζήτημα της Mercosur · Συνεταιρισμοί χωρίς κράτος
Σχόλια
Φόρτωση σχολίων…
Γράψτε σχόλιο
Πηγές
- Agromoney, «Κόστος παραγωγής αγροτών: +5,6% οι εισροές – Καύσιμα +17,55%» (στοιχεία Eurostat), 16/9/2026: agromoney.gr
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Agri-food data portal: εβδομαδιαίες τιμές ελαιολάδου ανά κράτος μέλος (ανάκτηση 21/10/2026): agridata.ec.europa.eu
- Argolika.gr, «Η Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Αργολίδας καλεί σε διαμαρτυρία στην Τρίπολη», 19/10/2026: argolika.gr · Ύπαιθρος Χώρα, «Κινητοποίηση ελαιοπαραγωγών στην Τρίπολη στις 23 Οκτωβρίου»: ypaithros.gr
- Το Βήμα, «ΟΠΕΚΕΠΕ: Κοινοτικό πρόστιμο άνω των 415 εκατ. ευρώ…», 17/6/2025: tovima.gr
- EU CAP Network / European Evaluation Helpdesk for the CAP, «Study on simplification and administrative burden for farmers and other beneficiaries under the CAP», Μάιος 2025 (PDF): eu-cap-network.ec.europa.eu
- Νέα Κρήτη, «Φράγμα Μπραμιανών: νέα καθυστέρηση έως το 2029 – αγωνία για νερό στην Ιεράπετρα», 2026: neakriti.gr
- Οικονομικός Ταχυδρόμος, «Ευλογιά προβάτων: 495.918 ζώα θανατώθηκαν σε δύο χρόνια» (παρέμβαση ΓΕΩΤΕΕ), 9/10/2026: ot.gr
- ΕΛΣΤΑΤ, «Αποτελέσματα Απογραφής Γεωργίας – Κτηνοτροφίας» (έτος αναφοράς 2020, PDF): statistics.gr
- F. A. Hayek, «The Use of Knowledge in Society», American Economic Review 35(4), 1945: econlib.org
- L. von Mises, «Economic Calculation in the Socialist Commonwealth» (1920), Mises Institute: mises.org
- F. Bastiat, «What Is Seen and What Is Not Seen» (1850), στο Selected Essays on Political Economy, Econlib: econlib.org
- G. J. Stigler, «The Theory of Economic Regulation», Bell Journal of Economics and Management Science 2(1), 1971, σ. 3–21 (PDF, Becker Friedman Institute): bfi.uchicago.edu
- J. Michalek, P. Ciaian, d’A. Kancs, «Capitalization of the Single Payment Scheme into Land Value: Generalized Propensity Score Evidence from the European Union», Land Economics 90(2), 2014, σ. 260–289: le.uwpress.org
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, «Direct payments to agricultural producers – graphs and figures, Financial year 2023», Οκτώβριος 2024 (PDF): agriculture.ec.europa.eu
- L. von Mises, «Middle-of-the-Road Policy Leads to Socialism» (1950), Mises Institute: mises.org
- Συμβούλιο της ΕΕ, «Χρονολόγιο: η ιστορία της ΚΑΠ» (1962, 1984, 1992): consilium.europa.eu
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «How the European Commission is tackling dairy surpluses», European File 4/1980, Μάρτιος 1980 (PDF, Archive of European Integration): aei.pitt.edu
- Ν. 5144/2024 (Κώδικας ΦΠΑ), άρθρο 48 «Ειδικό καθεστώς αγροτών»: taxheaven.gr
- Ν. 3877/2010 «Σύστημα προστασίας της αγροτικής δραστηριότητας» (ΕΛΓΑ), άρθρο 7: taxheaven.gr
- Murray–Darling Basin Authority, «Water trade» (ενημέρωση 12/3/2026): mdba.gov.au
- Κανονισμός (ΕΕ) 1308/2013 για την κοινή οργάνωση των αγορών γεωργικών προϊόντων, ενοποιημένο κείμενο 18/3/2026 (άρθρο 152): eur-lex.europa.eu
- New Zealand Treasury, «The Contribution of the Primary Sector to New Zealand’s Economic Growth», Policy Perspectives Paper 05/04, 2005 (PDF): treasury.govt.nz
- A. Pomeroy, «Resilience of family farming 1984–2014: Case studies from two sheep/beef hill country districts of New Zealand», New Zealand Geographer 71(3), 2015: onlinelibrary.wiley.com
- Federated Farmers of New Zealand, «Life after subsidies», Frontier Centre for Public Policy, 2002 (PDF): frontiercentre.org
- OECD, Agricultural Policy Monitoring and Evaluation 2025, κεφάλαιο «New Zealand», πίνακας 21.1: oecd.org
- OECD, Agricultural Policy Monitoring and Evaluation 2025, «Overview of agricultural policies and support»: oecd.org
- EFEAgro, «La “Bolsa del aceite” baja la persiana», 14/3/2016: efeagro.com
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτίμηση επιπτώσεων για τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ μετά το 2013, SEC(2011) 1153, ενότητα 2.1 (PDF): eerstekamer.nl
- Henry Hazlitt, Economics in One Lesson, Ludwig von Mises Institute, Auburn 2008 (ανατύπωση της πρώτης έκδοσης, Harper & Brothers, Νέα Υόρκη 1946· ISBN 978-1-933550-21-3). Πρόλογος της πρώτης έκδοσης (σ. xi κ.ε.), όπου ο Χάζλιτ αναφέρει ως μεγαλύτερο χρέος του το δοκίμιο του Μπαστιά «Ce qu’on voit et ce qu’on ne voit pas». Κεφάλαια που χρησιμοποιούνται: 1 «The Lesson» (σ. 3)· 2 «The Broken Window» (σ. 11)· 5 «Taxes Discourage Production» (σ. 23)· 6 «Credit Diverts Production» (σ. 25)· 11 «Who’s “Protected” by Tariffs?» (σ. 59)· 12 «The Drive for Exports» (σ. 69)· 13 «“Parity” Prices» (σ. 75)· 14 «Saving the X Industry» (σ. 83)· 15 «How the Price System Works» (σ. 89)· 16 «“Stabilizing” Commodities» (σ. 97)· 17 «Government Price-Fixing» (σ. 105). Σελίδα του βιβλίου στο Mises Institute, όπου σημειώνεται ότι ο Χάζλιτ έγραψε υπό την επίδραση του Μίζες: mises.org· δωρεάν κείμενο της πρώτης έκδοσης και στο Foundation for Economic Education: fee.org
- Henry Hazlitt, «Who’s “Protected” by Tariffs?» (κεφ. 11 του Economics in One Lesson), Mises Wire, 3/9/2015: mises.org
- Agrotypos, «Τιμή που έδωσαν νέες δημοπρασίες ελαιολάδου φετινής χρονιάς στη Λακωνία» (13/10/2026): agrotypos.gr
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΓΔ Εμπορίου), «EU-Mercosur: Text of the agreement» (χρονολόγιο, διάσπαση, προσωρινή εφαρμογή): policy.trade.ec.europa.eu
- Agronews, «Ψηφίστηκε η Mercosur παρά το όχι των Γάλλων, υπέρ τελικά η Ελλάδα», 9/1/2026: agronews.gr
- Dnews, «Κυβέρνηση για Mercosur: Προστασία ελληνικών προϊόντων, υποκριτική στάση της αντιπολίτευσης» (ενημερωτικό σημείωμα ΥΠΑΑΤ), 9/1/2026: dnews.gr
- Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «Mercosur: Parliament approves safeguard clauses to protect EU agriculture», 10/2/2026: europarl.europa.eu
- Κανονισμός (ΕΕ) 2026/687 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2026 για την εφαρμογή των διμερών ρητρών διασφάλισης για τα γεωργικά προϊόντα: eur-lex.europa.eu
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΓΔ Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων, έκθεση ελέγχου DG(SANTE) 2024-8087, Βραζιλία, έλεγχος 27/5–14/6/2024 (PDF): ec.europa.eu
- Eurostat, βάση εξωτερικού εμπορίου Comext, σύνολο δεδομένων DS-045409 (εμπόριο ανά κωδικό ΣΟ8): εισαγωγές και εξαγωγές της Ελλάδας και της ΕΕ με την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη, κεφάλαια 01–24 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, κλάσεις 0207 (πουλερικά), 0409 (μέλι) και 2304 (σογιάλευρα), Μάιος–Αύγουστος 2025 και 2026· στοιχεία έως 8/2026, προσωρινά· ανάκτηση 21/10/2026· τα αθροίσματα και οι μεταβολές είναι δικοί μας υπολογισμοί: ec.europa.eu/eurostat
- Ύπαιθρος, «ΣΕΚ: Οικονομική καταστροφή για τους κτηνοτρόφους η συμφωνία Mercosur σε σχέση με τη φέτα», 12/12/2024: ypaithros.gr
- C. Iliopoulos (2012), «Support for Farmers' Cooperatives: Country Report Greece», Wageningen UR για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (PDF): agreri.gr · edepot.wur.nl
- Δικαστήριο της ΕΕ, απόφαση της 29/4/2004, C-278/00, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής: curia.europa.eu · Απόφαση 2002/458/ΕΚ της Επιτροπής της 1/3/2002: eur-lex.europa.eu
- Τράπεζα της Ελλάδος, Επιτροπή Μέτρων Εξυγίανσης, απόφαση 4/1/27.7.2012 (PDF): bankofgreece.gr
- OENET, «Αποστόλου: 2,4 δισ. ευρώ τα χρέη των αγροτικών συνεταιρισμών» (24/3/2017): oenet.gr
- Ν. 4673/2020 (ΦΕΚ Α΄ 52/11.3.2020), «Αγροτικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις», κωδικοποιημένο κείμενο: taxheaven.gr (ενδεικτικά άρθρα 1, 27, 36, 37, 41)
- Libre, «Συνεταιρισμοί στην Ελλάδα: αποκαλυπτικά στοιχεία και σύγκριση με Ευρώπη» (1/10/2026): libre.gr
- ΥΑ 2448/229173/2024 (ΦΕΚ Β΄ 4525/2.8.2024) για την αναγνώριση ομάδων και οργανώσεων παραγωγών (PDF): minagric.gr
- M. Olson (1965), «The Logic of Collective Action», Harvard University Press: hup.harvard.edu
- E. Ostrom, διάλεξη Νόμπελ (2009), «Beyond Markets and States: Polycentric Governance of Complex Economic Systems»: nobelprize.org
- Ν. 5297/2026, άρθρο 166: άδεια παραγωγού πωλητή (άρθρο 6 ν. 4849/2021): taxheaven.gr
- Ν. 5297/2026, άρθρο 167: προκήρυξη θέσεων και ηλεκτρονική κλήρωση (άρθρο 13 ν. 4849/2021): taxheaven.gr
- Ν. 4849/2021, άρθρο 12: φορολογικές υποχρεώσεις πωλητών, ΦΗΜ και εξαιρέσεις: taxheaven.gr
- Agronews: υποχρέωση POS σε παραγωγούς λαϊκών αγορών (ΚΥΑ 119899/2023): agronews.gr
- Πληροφορία, «Αγρότες: Δύο επιτροπές στο Μαξίμου – “Κόκκινη γραμμή” η συμφωνία Mercosur», 11/1/2026: pliroforia.gr