Γιατί έπεσε η τιμή του ελαιολάδου: προσφορά, αποθέματα, ζήτηση και τα όρια των κατώτατων τιμών
Στις αρχές του 2024 η μέση τιμή παραγωγού του έξτρα παρθένου ελαιολάδου στην Ελλάδα έφτασε σχεδόν τα 9 € το κιλό. Σήμερα η ίδια τιμή, σύμφωνα με τα εβδομαδιαία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι κάτω από 3,70 €, ενώ το κόστος παραγωγής, όπως επισημαίνουν οι παραγωγοί, αυξήθηκε. Η Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Αργολίδας καλεί τους ελαιοπαραγωγούς σε συγκέντρωση στην Τρίπολη την Παρασκευή 23/10/2026. Στο επίκεντρο βρίσκεται το αίτημα για κατώτατες εγγυημένες τιμές, που διατύπωσε η πανελλαδική σύσκεψη των ελαιοπαραγωγών στη Στυλίδα. Το άρθρο εξηγεί, με επίσημα στοιχεία, γιατί έπεσε η τιμή, τι δείχνουν η προσφορά, η ζήτηση και τα αποθέματα, και τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει μια κατώτατη τιμή.
Σύντομη απάντηση
- Πόσο έπεσε: η μέση εθνική τιμή παραγωγού για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο στην Ελλάδα ήταν 3,64 €/κιλό την εβδομάδα που άρχισε στις 5/10/2026, έναντι 4,25 € έναν χρόνο νωρίτερα (−14,3%) και 6,83 € πριν από δύο χρόνια. Το υψηλότερο επίπεδο από το 2023 ήταν 8,91 €, τον Ιανουάριο του 2024, και το χαμηλότερο 3,48 €, στα τέλη Αυγούστου 2026[1].
- Η κύρια αιτία είναι η προσφορά. Η Ισπανία, που παράγει σχεδόν τα δύο τρίτα του ευρωπαϊκού ελαιολάδου, εκτιμά για τη νέα περίοδο 2026/27 παραγωγή 1.602.596 τόνων, 23% πάνω από την περσινή[5]. Η αγορά προεξοφλεί ήδη αυτή τη σοδειά, πριν ακόμη ξεκινήσει η έκθλιψη.
- Τα αποθέματα ανεβαίνουν, αλλά από χαμηλά επίπεδα. Η Επιτροπή εκτιμά τα αποθέματα της ΕΕ στις 30/9/2026 σε 476.000 τόνους, έναντι 371.000 έναν χρόνο νωρίτερα και 296.000 το 2024[3].
- Η ζήτηση δεν βοηθά αρκετά. Οι εξαγωγές της ΕΕ προς τις ΗΠΑ, τον μεγαλύτερο πελάτη, μειώθηκαν 12% τους δέκα πρώτους μήνες της περιόδου 2025/26, ενώ ισχύει αμερικανικός δασμός 15%[3][15]. Την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές της ΕΕ από την Τυνησία αυξήθηκαν 45%[3].
- Η ελληνική τιμή ακολουθεί την ισπανική. Η Ελλάδα εξάγει μεγάλο μέρος του λαδιού της χύμα, κυρίως στην Ιταλία, όπου ανταγωνίζεται άμεσα το ισπανικό. Γι’ αυτό η μικρότερη ελληνική παραγωγή δεν αρκεί για να συγκρατήσει την τιμή.
- Κατώτατη τιμή: η κοινή οργάνωση της αγοράς της ΕΕ δεν προβλέπει κατώτατη τιμή παραγωγού για το ελαιόλαδο. Προβλέπει «όρια αναφοράς», πολύ χαμηλότερα από τη σημερινή τιμή, και ενίσχυση ιδιωτικής αποθεματοποίησης[16][17]. Μια εθνική κατώτατη τιμή θα αντιμετώπιζε σοβαρό εμπόδιο στο ενωσιακό δίκαιο[18] και, ακόμη κι αν επιβαλλόταν, δεν θα εξασφάλιζε αγοραστή για το λάδι.
1. Τι δείχνουν οι τιμές
Με μια ματιά: σε έναν χρόνο το ελληνικό έξτρα παρθένο έχασε 14%, το ισπανικό 22% και το ιταλικό 53%. Η ελληνική τιμή είναι σήμερα λίγο υψηλότερη από την ισπανική, ενώ πέρυσι ήταν σχεδόν ίδια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύει κάθε εβδομάδα τις τιμές παραγωγού που της κοινοποιούν τα κράτη μέλη, ανά κατηγορία ελαιολάδου και ανά αγορά[1][2]. Για την Ελλάδα καταγράφονται τιμές για τα Χανιά, το Ηράκλειο και τη Μεσσηνία, καθώς και ένας εθνικός μέσος όρος. Οι τιμές αφορούν χύμα λάδι στο στάδιο του παραγωγού.
| Χώρα | Εβδομάδα από 7/10/2024 | Εβδομάδα από 6/10/2025 | Εβδομάδα από 5/10/2026 | Μεταβολή σε έναν χρόνο |
|---|---|---|---|---|
| Ελλάδα | 6,83 | 4,25 | 3,64 | −14,3% |
| Ισπανία | 7,41 | 4,25 | 3,32 | −22,0% |
| Ιταλία | 9,17 | 9,26 | 4,37 | −52,8% |
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Agri-food data portal[1]. Η εβδομάδα από 5/10/2026 ήταν η πιο πρόσφατη διαθέσιμη κατά την ανάκτηση των στοιχείων. Οι ποσοστιαίες μεταβολές είναι υπολογισμός της σύνταξης.
Στις επιμέρους ελληνικές αγορές, την ίδια εβδομάδα, το έξτρα παρθένο ήταν 3,73 € στο Ηράκλειο, 3,70 € στα Χανιά και 3,50 € στη Μεσσηνία. Σε εθνικό επίπεδο, το παρθένο ελαιόλαδο ήταν 3,00 €, έναντι 3,50 € πέρυσι, και το λαμπάντε 2,00 € στα τέλη Σεπτεμβρίου, έναντι 2,70 € έναν χρόνο νωρίτερα[1]. Οι τιμές της αγοράς που αναφέρει ο Τύπος είναι κοντά στις επίσημες: 3,70–3,90 € για το έξτρα παρθένο στα μέσα Οκτωβρίου, έναντι περίπου 4,50 € πέρυσι, με φόβους για πτώση στα 3,50 €[7].
Οι πρώτες πωλήσεις της νέας σοδειάς έγιναν σε υψηλότερες τιμές, αλλά υποχώρησαν γρήγορα. Στη Λακωνία, ο Αγροτικός Ελαιουργικός Συνεταιρισμός Αγίων Αποστόλων πούλησε στις αρχές Οκτωβρίου περίπου 55 τόνους πρώιμου έξτρα παρθένου στα 5,95 €/κιλό, με προορισμό την Ιταλία[8]. Στις 13/10/2026 ο πρόεδρός του ανέφερε νέα συμφωνία για τρία βυτία στα 4,60 €/κιλό. Ο συνεταιρισμός της Παντάνασσας πούλησε 10 τόνους αγουρέλαιου στα 5,95 € και στη συνέχεια ένα βυτίο στα 4,60 €[9]. Στην Κρήτη, κατά τον Χρήστο Λύδη, εκπρόσωπο ελαιοπαραγωγών και μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής Αγροτοκτηνοτρόφων Ηρακλείου, οι τιμές υποχωρούσαν στις 19/10/2026 στα 3,5–4 €/κιλό[28]. Οι πρώτες πωλήσεις αφορούν μικρές ποσότητες πρώιμου λαδιού, που πληρώνεται συνήθως ακριβότερα, και δεν δείχνουν απαραίτητα πού θα κινηθεί η τιμή του κύριου όγκου.
Η απώλεια για τον παραγωγό υπολογίζεται εύκολα. Ένας παραγωγός με 3 τόνους έξτρα παρθένου θα εισέπραττε, με τη σημερινή μέση τιμή, περίπου 10.900 €. Με την τιμή του περσινού Οκτωβρίου θα εισέπραττε περίπου 12.750 €. Η διαφορά είναι περίπου 1.830 € (υπολογισμός της σύνταξης, πριν από ΦΠΑ και κρατήσεις). Αν συνυπολογιστεί η χαμηλή απόδοση του ελαιοκάρπου σε λάδι σε περιοχές όπως η Λακωνία (6–11%, έναντι περίπου 18% πέρυσι[9][10]), η απώλεια εσόδων ανά στρέμμα μπορεί να είναι μεγαλύτερη από όσο δείχνει μόνο η τιμή.
2. Η προσφορά: Ισπανία, Ελλάδα, τρίτες χώρες
Με μια ματιά: η παγκόσμια παραγωγή επανήλθε σε κανονικά επίπεδα μετά τις κακές σοδειές των περιόδων 2022/23 και 2023/24. Την τιμή της νέας περιόδου επηρεάζει κυρίως η αναμενόμενη ισπανική σοδειά των 1,6 εκατ. τόνων.
Η εκτίναξη των τιμών το 2023 και το 2024 οφειλόταν κυρίως σε δύο διαδοχικές πολύ μικρές σοδειές στην Ισπανία, λόγω ξηρασίας: 666.000 και 855.000 τόνοι τις περιόδους 2022/23 και 2023/24, έναντι 1.302.000 τόνων την περίοδο 2025/26[3]. Όταν η παραγωγή επανήλθε, η τιμή έπεσε. Το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου (IOC) εκτιμούσε τον Δεκέμβριο του 2025 την παγκόσμια παραγωγή της περιόδου 2025/26 σε 3,44 εκατ. τόνους και την κατανάλωση σε 3,25 εκατ. τόνους[4]. Η παραγωγή, δηλαδή, ξεπερνά την κατανάλωση κατά περίπου 190.000 τόνους.
| Χώρα ή περιοχή | 2025/26 | Σημείωση |
|---|---|---|
| Κόσμος | 3.429 | −5% σε σχέση με το 2024/25· 11% πάνω από τον μέσο όρο πενταετίας |
| Ευρωπαϊκή Ένωση | 2.045 | −5% |
| Ισπανία | 1.302 | −8% |
| Ιταλία | 325 | +31% |
| Ελλάδα | 231 | −20% (έναντι 288) |
| Τυνησία | 450 | Μεγαλύτερος προμηθευτής της ΕΕ |
| Τουρκία | 290 | — |
| Μαρόκο | 160 | — |
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρουσίαση στην ομάδα εμπειρογνωμόνων, 29/9/2026[3], με στοιχεία του IOC και των κρατών μελών.
Η νέα περίοδος 2026/27. Το ισπανικό Υπουργείο Γεωργίας (MAPA) δημοσίευσε την 1/10/2026 την πρώτη επίσημη εκτίμηση: 1.602.596 τόνοι, από τους οποίους 1.261.200 στην Ανδαλουσία[5]. Η εκτίμηση είναι προκαταρκτική και μπορεί να αναθεωρηθεί ανάλογα με την εξέλιξη του καιρού και του καρπού. Για την Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμη επίσημη εκτίμηση. Οι εκτιμήσεις της αγοράς κυμαίνονται από 280.000 έως 330.000 τόνους[7][8]. Για την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Τουρκία και την Τυνησία κυκλοφορούν επίσης μόνο εκτιμήσεις αναλυτών[8].
Οι εισαγωγές από τρίτες χώρες. Από τον Οκτώβριο του 2025 έως τον Ιούλιο του 2026 η ΕΕ εισήγαγε 232.793 τόνους ελαιολάδου, 48,8% περισσότερους από την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Από αυτούς, 182.399 τόνοι προήλθαν από την Τυνησία (+45,2%)[3]. Η ποσόστωση με μηδενικό δασμό για το τυνησιακό λάδι κατανεμήθηκε πλήρως για ένατη συνεχή χρονιά[3]. Οι ποσότητες αυτές είναι μικρές σε σχέση με την ευρωπαϊκή παραγωγή, μπορούν όμως να πιέσουν την τιμή στις κατηγορίες όπου το τυνησιακό λάδι ανταγωνίζεται άμεσα το ευρωπαϊκό χύμα.
3. Τα αποθέματα
Τα αποθέματα που μεταφέρονται από τη μία περίοδο στην άλλη λειτουργούν ως απόθεμα ασφαλείας. Όταν είναι χαμηλά, κάθε κακή σοδειά ανεβάζει απότομα την τιμή. Όταν αυξάνονται, η αγορά δεν βιάζεται να αγοράσει.
- ΕΕ: η Επιτροπή εκτιμά τα αποθέματα στις 30/9/2026 σε 476.000 τόνους. Στις 30/9/2025 ήταν 371.000 τόνοι και στις 30/9/2024 296.000 τόνοι. Σύμφωνα με το διάγραμμα της Επιτροπής, παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας, ο οποίος είναι περίπου 530.000 τόνοι[3]. Η τιμή του μέσου όρου είναι ανάγνωση του διαγράμματος από τη σύνταξη.
- Ισπανία: σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία του ισπανικού Οργανισμού Πληροφόρησης και Ελέγχου Τροφίμων (AICA), η περίοδος 2025/26 έκλεισε με παραγωγή 1.305.828 τόνων και αποθέματα 356.914 τόνων στις 30/9/2026[6].
- Ελλάδα: δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία. Η Ελλάδα δεν κοινοποιεί στην Επιτροπή μηνιαία αποθέματα, και γι’ αυτό τα μηνιαία ευρωπαϊκά σύνολα δεν την περιλαμβάνουν[3].
Η εικόνα είναι, επομένως, πιο σύνθετη από μια γενική υπερπροσφορά. Τα αποθέματα αυξάνονται, αλλά από πολύ χαμηλά επίπεδα. Αυτό που πιέζει περισσότερο την τιμή είναι ο συνδυασμός τους με μια μεγάλη νέα ισπανική σοδειά.
4. Η ζήτηση: κατανάλωση, εξαγωγές, δασμοί
Μετά τις υψηλές τιμές του 2023–2024, η κατανάλωση ανακάμπτει αργά: το IOC προέβλεπε αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης μόλις 1% την περίοδο 2025/26[4].
Από τον Οκτώβριο του 2025 έως τον Ιούλιο του 2026, οι εξαγωγές της ΕΕ προς τρίτες χώρες ήταν 626.775 τόνοι, σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με πέρυσι (−0,4%). Η σύνθεσή τους όμως άλλαξε[3]:
- ΗΠΑ: 201.176 τόνοι, −12%. Από το 2025 τα ευρωπαϊκά προϊόντα, μεταξύ των οποίων και το ελαιόλαδο, επιβαρύνονται στις ΗΠΑ με δασμό 15%, σύμφωνα με τη συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ του 2025. Τον Ιούλιο του 2026 η Επιτροπή ζήτησε από την αμερικανική πλευρά εξαίρεση για το ελαιόλαδο και άλλα προϊόντα. Η διαπραγμάτευση δεν έχει ολοκληρωθεί[15].
- Βραζιλία: 74.761 τόνοι, +29,7%. Η Βραζιλία είναι μέλος της Mercosur, με την οποία η ενδιάμεση εμπορική συμφωνία της ΕΕ εφαρμόζεται προσωρινά από την 1/5/2026 (βλ. Το ζήτημα της Mercosur)· τα στοιχεία της περιόδου δεν δείχνουν πόσο από την αύξηση οφείλεται στη συμφωνία. Ηνωμένο Βασίλειο: 58.701 τόνοι, +11,3%. Κίνα: 31.210 τόνοι, +20,5%. Καναδάς: −30,4%.
Για τις ελληνικές εξαγωγές εκτός ΕΕ η πτώση ήταν πολύ μεγαλύτερη. Από την 1/10/2025 έως τις 22/3/2026 οι ελληνικές εξαγωγές ελαιολάδου εκτός ΕΕ ήταν 4.555 τόνοι, 59,9% λιγότερες από την αντίστοιχη περσινή περίοδο[14]. Σύμφωνα με στοιχεία του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων που επικαλείται ο Τύπος, η αξία των ελληνικών εξαγωγών της κατηγορίας «έλαια και λίπη» το οκτάμηνο Ιανουαρίου–Αυγούστου 2026 ήταν 569,9 εκατ. €, έναντι 706 εκατ. € πέρυσι (−19,3%)[7].
5. Γιατί η ελληνική τιμή ακολουθεί την ισπανική
Η ελληνική παραγωγή της περιόδου 2025/26 ήταν 20% μικρότερη από την προηγούμενη. Θα περίμενε κανείς ότι η μικρότερη προσφορά θα στήριζε την ελληνική τιμή. Αυτό δεν συνέβη, για τρεις λόγους:
- Το ελληνικό λάδι πουλιέται κυρίως χύμα σε άλλα κράτη μέλη. Οι εξαγωγές εκτός ΕΕ είναι μικρές: 4.555 τόνοι τους πρώτους σχεδόν έξι μήνες της περιόδου[14]. Οι μεγαλύτεροι αγοραστές είναι, σε μεγάλο βαθμό, οι Ιταλοί τυποποιητές, που αγοράζουν από όποιον προσφέρει την καλύτερη σχέση ποιότητας και τιμής, συνήθως από την Ισπανία ή την Ελλάδα. Η ελληνική τιμή δεν μπορεί να απομακρυνθεί πολύ από την ισπανική χωρίς να χαθούν πωλήσεις.
- Η Ελλάδα είναι μικρός παίκτης στη συνολική προσφορά. Με 231.000 τόνους, παράγει περίπου το 11% του ευρωπαϊκού ελαιολάδου και λιγότερο από το 7% του παγκόσμιου (υπολογισμός της σύνταξης από τα στοιχεία της Επιτροπής[3]). Μια μεταβολή της ελληνικής παραγωγής κατά 50.000 τόνους επηρεάζει λιγότερο την τιμή από μια μεταβολή της ισπανικής κατά 300.000 τόνους.
- Η ιταλική τιμή έπεσε από πολύ υψηλό επίπεδο. Πέρυσι ήταν διπλάσια από την ελληνική, κυρίως επειδή η ιταλική παραγωγή ήταν μικρή. Με την ανάκαμψη της ιταλικής παραγωγής κατά 31%, οι Ιταλοί αγοραστές μπορούν να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών τους από την εγχώρια παραγωγή.
Θετικό στοιχείο είναι ότι το ελληνικό έξτρα παρθένο διατηρεί μικρό προβάδισμα τιμής έναντι του ισπανικού: περίπου 0,30 €/κιλό στα σημερινά επίσημα στοιχεία[1]. Η διαφορά αυτή συνδέεται, κατά κανόνα, με την ποιότητα και τη φήμη του προϊόντος· δεν οφείλεται σε κάποια ρύθμιση.
6. Τι «λέει» η τιμή στον παραγωγό
Η τιμή δεν είναι μόνο ένα ποσό στο τιμολόγιο. Είναι και πληροφορία. Συμπυκνώνει όσα γνωρίζουν εκατοντάδες χιλιάδες αγοραστές και πωλητές για τις σοδειές, τα αποθέματα και τις προτιμήσεις των καταναλωτών σε όλο τον κόσμο. Η σημερινή τιμή δίνει στον παραγωγό τρία σήματα:
- «Το χύμα λάδι δεν είναι πια σπάνιο». Η υπερτιμή της σπανιότητας του 2023–2024 τελείωσε. Όποιος σχεδίασε επενδύσεις με τιμές 7–9 € χρειάζεται να επανεξετάσει τους υπολογισμούς του.
- «Η διαφοροποίηση πληρώνεται». Το πρώιμο λάδι, τα πιστοποιημένα προϊόντα (ΠΟΠ, ΠΓΕ, βιολογικά) και το τυποποιημένο λάδι με δικό του πελάτη αντέχουν καλύτερα από το ανώνυμο χύμα. Η τιμή των 5,95 € στις πρώτες πωλήσεις στη Λακωνία είναι ένα παράδειγμα, αν και οι επόμενες πράξεις έγιναν στα 4,60 €[8][9].
- «Η αγορά περιμένει». Οι αγοραστές δεν βιάζονται, επειδή περιμένουν τη μεγάλη ισπανική σοδειά. Αν η τελική ισπανική παραγωγή βγει μικρότερη από την εκτίμηση, το σήμα θα αλλάξει γρήγορα, όπως άλλαξε και το 2023.
7. Οι κινητοποιήσεις και το αίτημα
Η Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Αργολίδας «Νίκος Αγγέλου» καλεί τους ελαιοπαραγωγούς σε συγκέντρωση στην έδρα της Περιφέρειας Πελοποννήσου στην Τρίπολη, την Παρασκευή 23/10/2026 στις 10:30. Η προσυγκέντρωση στο Άργος είναι στις 10:00, στον σταθμό του ΟΣΕ[11][12]. Ως αιτίες αναφέρονται το αυξημένο κόστος παραγωγής και οι χαμηλές τιμές της ελιάς και του ελαιολάδου[12].
Η κινητοποίηση ακολουθεί την πανελλαδική σύσκεψη των ελαιοπαραγωγών στη Στυλίδα, στις 17/10/2026. Κεντρικό αίτημα της σύσκεψης ήταν η καθιέρωση κατώτατων εγγυημένων τιμών για την ελιά και το ελαιόλαδο, που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και να εξασφαλίζουν βιώσιμο εισόδημα[13]. Διαμαρτυρίες έγιναν και στην Ιταλία: στις 12/10/2026 περισσότεροι από 2.000 εκπρόσωποι του ελαιοκομικού τομέα συγκεντρώθηκαν στο Μπάρι και ζήτησαν, μεταξύ άλλων, μέτρα απόσυρσης και αποθεματοποίησης του νέου λαδιού[9]. Για τα ευρύτερα αιτήματα των μπλόκων, βλ. το άρθρο μας «Μπλόκα, υποσχέσεις και Mercosur».
Το πρόβλημα του κόστους είναι πραγματικό. Τα καύσιμα, τα λιπάσματα, το ηλεκτρικό ρεύμα και η εργασία έχουν ακριβύνει (βλ. το άρθρο μας για το κόστος παραγωγής), ενώ η τιμή του προϊόντος έπεσε. Το ερώτημα είναι αν η κατώτατη τιμή είναι το κατάλληλο εργαλείο. Οι δύο επόμενες ενότητες εξετάζουν τι επιτρέπει το δίκαιο και τι θα σήμαινε ένα τέτοιο μέτρο στην πράξη.
8. Τι προβλέπει το ενωσιακό δίκαιο
Το ελαιόλαδο υπάγεται στην κοινή οργάνωση των αγορών γεωργικών προϊόντων, την οποία θεσπίζει ο Κανονισμός (ΕΕ) 1308/2013[16]. Ο Κανονισμός αυτός δεν προβλέπει κατώτατη ή εγγυημένη τιμή παραγωγού για το ελαιόλαδο. Προβλέπει τα εξής:
- Όρια αναφοράς (άρθρο 1α): 1.779 € ανά τόνο για το έξτρα παρθένο, 1.710 € για το παρθένο και 1.524 € για το λαμπάντε[16]. Τα όρια αυτά λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή όταν εξετάζει μέτρα στήριξης της αγοράς, όπως η ενίσχυση ιδιωτικής αποθεματοποίησης. Η σημερινή ελληνική τιμή του έξτρα παρθένου (περίπου 3.640 € ανά τόνο) είναι υπερδιπλάσια.
- Ενίσχυση ιδιωτικής αποθεματοποίησης: η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει ενίσχυση για την προσωρινή αποθεματοποίηση λαδιού εκτός αγοράς. Η πιο πρόσφατη εφαρμογή ήταν το 2019–2020, με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2019/1882, για περίπου 213.500 τόνους, κυρίως ισπανικού λαδιού[17].
- Οργανώσεις παραγωγών: ο Κανονισμός επιτρέπει στους παραγωγούς να συγκεντρώνουν την προσφορά τους και να διαπραγματεύονται από κοινού μέσω αναγνωρισμένων οργανώσεων[16]. Δεν τους επιτρέπει, κατά κανόνα, να συμφωνούν όλοι μαζί μια ελάχιστη τιμή πώλησης για ολόκληρη την αγορά.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρεμβαίνουν μονομερώς στον μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών σε τομέα που καλύπτει η κοινή οργάνωση της αγοράς. Το Δικαστήριο της ΕΕ το έκρινε ήδη το 1975, στην υπόθεση 31/74 (Galli), για ιταλικό καθεστώς παγώματος των τιμών που αφορούσε, μεταξύ άλλων, και τα λάδια και λίπη[18]. Μια εθνική κατώτατη τιμή παραγωγού για το ελαιόλαδο θα αντιμετώπιζε, επομένως, σοβαρό νομικό εμπόδιο. Η σύνταξη δεν γνωρίζει επίσημη θέση της κυβέρνησης ή της Επιτροπής για το συγκεκριμένο αίτημα.
9. Γιατί η κατώτατη τιμή δεν λύνει το πρόβλημα
Με μια ματιά: μια κατώτατη τιμή πάνω από την τιμή της αγοράς δεν δημιουργεί αγοραστές. Δημιουργεί απούλητο προϊόν, που κάποιος πρέπει να αγοράσει, να αποθηκεύσει και να πληρώσει. Η Ευρώπη το έζησε με τις εγγυημένες τιμές της παλιάς Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Ας υποθέσουμε ότι το νομικό εμπόδιο της ενότητας 8 δεν υπήρχε και ότι οριζόταν κατώτατη τιμή, για παράδειγμα 5 € το κιλό, ενώ η μέση τιμή της αγοράς είναι σήμερα περίπου 3,64 €[1]. Οι συνέπειες εξετάζονται παρακάτω μία προς μία.
9.1 Πλεόνασμα: λιγότεροι αγοραστές, περισσότερο λάδι
Τα εγχειρίδια οικονομικής επιστήμης το περιγράφουν ως βασικό αποτέλεσμα: όταν μια κατώτατη τιμή ορίζεται πάνω από την τιμή στην οποία εξισώνονται προσφορά και ζήτηση, οι αγοραστές ζητούν μικρότερη ποσότητα, ενώ οι παραγωγοί έχουν κίνητρο να προσφέρουν μεγαλύτερη. Η διαφορά είναι ένα πλεόνασμα, δηλαδή προϊόν που δεν βρίσκει αγοραστή στην τιμή αυτή[19].
Στο ελαιόλαδο, το αποτέλεσμα θα ήταν ιδιαίτερα έντονο. Η τιμή έπεσε ακριβώς επειδή η προσφορά αυξήθηκε και τα αποθέματα της ΕΕ είναι υψηλότερα από πέρυσι (ενότητες 2 και 3). Μια κατώτατη τιμή θα πρόσθετε κίνητρο για περισσότερη παραγωγή σε μια αγορά που ήδη έχει αρκετό λάδι.
9.2 Ποιος αγοράζει το απούλητο λάδι;
Μια κατώτατη τιμή απαγορεύει την πώληση κάτω από ένα όριο. Δεν υποχρεώνει κανέναν να αγοράσει. Για να ισχύσει στην πράξη, κάποιος πρέπει να αγοράζει ό,τι περισσεύει. Συνήθως αυτός είναι το Δημόσιο: αγοράζει, αποθηκεύει και κάποια στιγμή πουλά, συχνά με ζημία. Το κόστος το πληρώνουν οι φορολογούμενοι, μεταξύ τους και οι ίδιοι οι αγρότες.
Η Ευρώπη έχει εμπειρία από αυτόν τον μηχανισμό. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική ξεκίνησε το 1962 με εγγυημένες τιμές, δηλαδή τιμές στις οποίες δημόσιοι οργανισμοί αγόραζαν από τους παραγωγούς ό,τι δεν πουλιόταν στην αγορά[20][21]. Τα αποτελέσματα, όπως τα περιγράφουν τα ίδια τα θεσμικά όργανα της ΕΕ:
- Μόνιμα πλεονάσματα. Η Επιτροπή έγραφε το 1980 ότι στο γάλα το 10%–15% της συνολικής παραγωγής δεν μπορούσε να πουληθεί στην κανονική αγορά. Τα δημόσια αποθέματα βουτύρου αυξήθηκαν από 148.000 τόνους το 1974 σε 418.000 τόνους το 1978[21].
- «Βουνά βουτύρου» και «λίμνες κρασιού». Κατά το Συμβούλιο της ΕΕ, στη δεκαετία του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η παραγωγή ξεπέρασε τη ζήτηση. Κατά το ίδιο κείμενο, τα πλεονάσματα είτε διατέθηκαν με απώλεια (στο πρωτότυπο: dumped) είτε πουλήθηκαν στην παγκόσμια αγορά σε πολύ χαμηλότερες τιμές[20].
- Δημοσιονομικό κόστος. Κατά την Επιτροπή, στη δεκαετία του 1980 η ΕΕ αντιμετώπιζε σχεδόν μόνιμα πλεονάσματα στα κύρια γεωργικά προϊόντα. Ένα μέρος εξαγόταν με επιδοτήσεις και το υπόλοιπο αποθηκευόταν ή διετίθετο εντός της ΕΕ, με υψηλό δημοσιονομικό κόστος και στρεβλώσεις στις παγκόσμιες αγορές[22].
- Νέες παρεμβάσεις. Για να περιοριστεί η υπερπαραγωγή, το 1984 θεσπίστηκαν ποσοστώσεις, για παράδειγμα στο γάλα, με εισφορά για όποιον τις ξεπερνούσε[20]. Η εγγυημένη τιμή οδήγησε, δηλαδή, σε περιορισμό της παραγωγής.
- Εγκατάλειψη του μοντέλου. Το 1992 η μεταρρύθμιση MacSharry άρχισε να απομακρύνει την ΚΑΠ από τις απεριόριστες εγγυημένες τιμές και να τη μετατρέπει σε άμεση στήριξη του εισοδήματος[20].
Ο Χένρι Χάζλιτ (Henry Hazlitt), στο κεφάλαιο «“Stabilizing” Commodities» («Η “σταθεροποίηση” των τιμών των προϊόντων») του βιβλίου «Economics in One Lesson» («Η οικονομία σε ένα μάθημα», 1946), περιγράφει τον ίδιο μηχανισμό. Όταν το κράτος αγοράζει τη σοδειά ή δανείζει χρήματα στους αγρότες για να την κρατήσουν εκτός αγοράς, ορίζει τη «δίκαιη» τιμή πάνω από εκείνη που δικαιολογούν η προσφορά και η ζήτηση· οι αγοραστές λιγοστεύουν, και η τεχνητή έλλειψη της μίας χρονιάς γίνεται τεχνητό πλεόνασμα της επόμενης. Κατά τον Χάζλιτ, μια τέτοια πολιτική συνήθως οδηγεί σε περιορισμό της παραγωγής, ενώ οι παραγωγοί που μένουν εκτός του προγράμματος αυξάνουν τη δική τους παραγωγή. Γράφει[29]:
«But if an attempt is made to keep up the price of an agricultural commodity and no artificial restriction of output is imposed, unsold surpluses of the over-priced commodity continue to pile up until the market for that product finally collapses to a far greater extent than if the control program had never been put into effect.»
Σε ελληνική μετάφραση της σύνταξης: «Αν όμως επιχειρηθεί να διατηρηθεί υψηλή η τιμή ενός γεωργικού προϊόντος χωρίς να επιβληθεί τεχνητός περιορισμός της παραγωγής, τα απούλητα πλεονάσματα του υπερτιμημένου προϊόντος συνεχίζουν να συσσωρεύονται, ώσπου η αγορά του προϊόντος καταρρέει τελικά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι αν το πρόγραμμα ελέγχου δεν είχε εφαρμοστεί ποτέ.»
Ο Λούντβιχ φον Μίζες (Ludwig von Mises), από τους κύριους εκπροσώπους της Αυστριακής Σχολής, περιέγραψε τη γενική λογική αυτής της αλυσίδας: όταν ένας έλεγχος τιμών δεν φέρνει το αποτέλεσμα που ήθελε το κράτος, το κράτος είτε τον καταργεί είτε προσθέτει νέους ελέγχους για να διορθώσει τις συνέπειες του πρώτου[25]. Στην ευρωπαϊκή γεωργία, η εγγυημένη τιμή οδήγησε σε δημόσιες αγορές και αποθέματα, σε επιδοτούμενες εξαγωγές και τελικά σε ποσοστώσεις παραγωγής.
9.3 Η τιμή ως σήμα
Η ενότητα 6 εξήγησε τι «λέει» σήμερα η τιμή. Η οικονομική θεωρία εξηγεί γιατί αυτό το σήμα δεν μπορεί να αντικατασταθεί από απόφαση. Ο Φρίντριχ Χάγιεκ (Friedrich Hayek) υποστήριξε το 1945 ότι η γνώση για τις συνθήκες της αγοράς δεν υπάρχει συγκεντρωμένη σε κανένα κέντρο. Είναι διάσπαρτη σε εκατομμύρια ανθρώπους, και το σύστημα των τιμών τη συμπυκνώνει σε έναν αριθμό, στον οποίο ο καθένας μπορεί να προσαρμοστεί χωρίς να γνωρίζει τις αιτίες[23]. Ο Μίζες είχε υποστηρίξει το 1920 ότι χωρίς τιμές που σχηματίζονται ελεύθερα στην αγορά δεν μπορεί να γίνει οικονομικός υπολογισμός, δηλαδή σύγκριση κόστους και οφέλους των εναλλακτικών χρήσεων των πόρων[24].
Η χαμηλή τιμή λέει στον παραγωγό να μειώσει το κόστος, να βελτιώσει την ποιότητα, να στραφεί στο τυποποιημένο λάδι με δικό του πελάτη, να αποθηκεύσει, αν μπορεί, ή να διαφοροποιήσει την παραγωγή του. Λέει επίσης στον αγοραστή ότι μπορεί να αγοράσει περισσότερο, και έτσι βοηθά να απορροφηθούν τα αποθέματα. Μια κατώτατη τιμή σβήνει το σήμα: ο παραγωγός δεν μαθαίνει ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, ενώ ο αγοραστής δεν έχει λόγο να αγοράσει περισσότερο.
9.4 Μια εθνική κατώτατη τιμή σε ανοιχτή αγορά
Το ελληνικό λάδι πουλιέται σε μια ενιαία ευρωπαϊκή και σε μια παγκόσμια αγορά. Μια κατώτατη τιμή που θα δέσμευε μόνο όσους αγοράζουν ελληνικό λάδι θα είχε τρεις προβλέψιμες συνέπειες:
- Οι αγοραστές στρέφονται αλλού. Ο Ιταλός τυποποιητής μπορεί να αγοράσει ισπανικό λάδι στα 3,32 €[1] ή να στραφεί σε ιταλικό ή τυνησιακό. Το ελληνικό λάδι θα κινδύνευε να μείνει απούλητο στις δεξαμενές.
- Οι Έλληνες τυποποιητές και εξαγωγείς χάνουν ανταγωνιστικότητα. Αν το ελληνικό χύμα κοστίζει 5 € ενώ το ισπανικό 3,32 €, ο Έλληνας τυποποιητής πουλά ακριβότερα από τον ανταγωνιστή του στο ίδιο ράφι. Μέρος του σημερινού προβαδίσματος τιμής του ελληνικού λαδιού (ενότητα 5) θα χανόταν.
- Συναλλαγές κάτω από το όριο ή περισσότεροι έλεγχοι. Όταν ο παραγωγός δεν βρίσκει αγοραστή στην επίσημη τιμή, υπάρχει ο κίνδυνος να πουλήσει χαμηλότερα χωρίς να το δηλώσει. Για να το αποτρέψει, το κράτος θα χρειαζόταν ελέγχους στα τιμολόγια, στις δεξαμενές και στα ελαιοτριβεία, δηλαδή περισσότερη γραφειοκρατία (βλ. το κόστος της γραφειοκρατίας). Πρόκειται για εκτίμηση της σύνταξης με βάση τη λογική του μέτρου, όχι για στοιχεία από εφαρμογή του.
9.5 Μία τιμή για όλες τις ποιότητες
Το ελαιόλαδο δεν είναι ενιαίο προϊόν. Το πρώιμο λάδι, τα προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ και τα βιολογικά πληρώνονται ακριβότερα, όπως έδειξαν οι πρώτες πωλήσεις στη Λακωνία στα 5,95 €[8]. Μια ενιαία κατώτατη τιμή αμείβει το ίδιο το λάδι υψηλής και το λάδι χαμηλότερης ποιότητας. Έτσι αποδυναμώνει το κίνητρο για ποιότητα και, στην πράξη, ευνοεί σχετικά το λάδι χαμηλότερης ποιότητας σε βάρος του καλύτερου. Αν πάλι οριστούν διαφορετικές τιμές ανά κατηγορία, το κράτος πρέπει να πιστοποιεί την ποιότητα κάθε παρτίδας, με νέο κόστος και νέους ελέγχους.
9.6 Ποιος πληρώνει: όσα φαίνονται και όσα δεν φαίνονται
Ο Φρεντερίκ Μπαστιά (Frédéric Bastiat) έγραψε το 1850 ότι κάθε μέτρο έχει ένα αποτέλεσμα που φαίνεται αμέσως και άλλα που εμφανίζονται αργότερα και δεν φαίνονται. Ο κακός οικονομολόγος βλέπει μόνο το πρώτο· ο καλός λαμβάνει υπόψη και τα δεύτερα[26]. Στην κατώτατη τιμή:
- Αυτό που φαίνεται: ο παραγωγός που πουλά στα 5 € εισπράττει περισσότερα.
- Αυτό που δεν φαίνεται: ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα ή αγοράζει λιγότερο· ο φορολογούμενος πληρώνει τις δημόσιες αγορές και την αποθήκευση· ο παραγωγός που δεν βρίσκει αγοραστή μένει με απούλητο λάδι· ο τυποποιητής χάνει πελάτες· και τα χρήματα που δαπανώνται για τη στήριξη της τιμής δεν διατίθενται για άλλες χρήσεις, για παράδειγμα για να μειωθούν οι φόροι στις εισροές.
9.7 Το νομικό πλαίσιο
Όπως εξηγεί η ενότητα 8, ο Κανονισμός (ΕΕ) 1308/2013 δεν προβλέπει κατώτατη τιμή παραγωγού για το ελαιόλαδο, και η απόφαση Galli του Δικαστηρίου της ΕΕ περιορίζει τις μονομερείς εθνικές παρεμβάσεις στις τιμές[16][18]. Τα επιχειρήματα αυτής της ενότητας ισχύουν, επομένως, ακόμη και αν το νομικό εμπόδιο αρθεί.
9.8 Εναλλακτικές λύσεις συμβατές με την ελεύθερη αγορά
Το πρόβλημα του εισοδήματος είναι πραγματικό. Υπάρχουν εργαλεία που δεν καταργούν το σήμα της τιμής:
- Αποθήκευση και σταδιακή πώληση. Όποιος έχει κατάλληλη αποθήκη και ρευστότητα δεν είναι υποχρεωμένος να πουλήσει όλη την παραγωγή τη στιγμή της χαμηλότερης τιμής. Η αποθήκευση έχει κόστος και κίνδυνο, και η ποιότητα του λαδιού πρέπει να διατηρείται. Η ενίσχυση ιδιωτικής αποθεματοποίησης της ΕΕ (ενότητα 8) βασίζεται στην ίδια λογική.
- Προθεσμιακές συμβάσεις. Παραγωγός και αγοραστής μπορούν να συμφωνήσουν από πριν τιμή και ποσότητα για μελλοντική παράδοση και να μοιραστούν έτσι τον κίνδυνο της τιμής. Στην Ισπανία λειτούργησε από το 2004 οργανωμένη αγορά συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης για το ελαιόλαδο (MFAO), στο Χαέν· σταμάτησε τις συναλλαγές τον Νοέμβριο του 2014, και το 2016 οι μέτοχοι αποφάσισαν τη διάλυσή της, σύμφωνα με τη διοίκησή της λόγω των απαιτήσεων και του κόστους προσαρμογής στους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες[27].
- Εθελοντικές οργανώσεις παραγωγών και επωνυμία. Η συγκέντρωση της προσφοράς, η κοινή τυποποίηση και μια αναγνωρίσιμη επωνυμία βελτιώνουν τη διαπραγματευτική θέση του παραγωγού[16]. Η απευθείας πώληση στον καταναλωτή και οι εξαγωγές χωρίς μεσάζοντες είναι επίσης επιλογές, με δικό τους κόστος τυποποίησης, πιστοποίησης και διάθεσης.
- Μείωση του κόστους. Το εισόδημα του παραγωγού είναι η διαφορά ανάμεσα στην τιμή και στο κόστος· η μείωση του κόστους των εισροών και της ενέργειας το αυξάνει όπως και μια υψηλότερη τιμή (βλ. κόστος παραγωγής).
- Άρση κανονιστικών και φορολογικών βαρών. Η γραφειοκρατία, η καθυστέρηση των πληρωμών και η φορολογία των εισροών αυξάνουν το κόστος ή στερούν ρευστότητα από τον παραγωγό (βλ. το κόστος της γραφειοκρατίας και τις φορολογικές υποχρεώσεις των αγροτών).
Με άλλα λόγια, μια κατώτατη τιμή μπορεί να αλλάξει τον αριθμό στο χαρτί. Δεν αλλάζει όμως την ποσότητα λαδιού που υπάρχει ούτε την ποσότητα που θέλουν να αγοράσουν οι καταναλωτές.
10. Τι μπορεί να κάνει ο παραγωγός
- Παρακολουθήστε κάθε εβδομάδα τις επίσημες τιμές της Επιτροπής για την Ελλάδα και την Ισπανία[1]. Η ισπανική τιμή είναι χρήσιμος οδηγός για την ελληνική.
- Ζητήστε προσφορές από περισσότερους από έναν αγοραστές και συγκρίνετέ τες με τις επίσημες τιμές πριν δεσμευτείτε.
- Ελέγξτε την ποιότητα του λαδιού σας (οξύτητα, οργανοληπτικά χαρακτηριστικά) με εργαστηριακή ανάλυση. Το έξτρα παρθένο πληρώνεται σημαντικά ακριβότερα από το παρθένο και το λαμπάντε.
- Εξετάστε αν συμφέρει να πουλήσετε τμηματικά, αντί για όλη την ποσότητα μαζί, εφόσον έχετε κατάλληλη αποθήκευση και δεν σας πιέζει η ρευστότητα.
- Αν δεν ανήκετε σε συνεταιρισμό ή οργάνωση παραγωγών, εξετάστε το. Η κοινή διαπραγμάτευση ενός μεγαλύτερου όγκου βελτιώνει τη θέση σας απέναντι στον αγοραστή.
- Αν το κόστος της τυποποίησής σας το επιτρέπει, εξετάστε την απευθείας πώληση στον καταναλωτή ή τις εξαγωγές χωρίς μεσάζοντες.
- Κρατήστε αρχείο κόστους ανά στρέμμα. Χωρίς αυτό δεν μπορείτε να ξέρετε από ποια τιμή και πάνω έχετε κέρδος.
Συνηθισμένα λάθη
- Σύγκριση με τις τιμές του 2024. Οι τιμές των 8–9 € ήταν αποτέλεσμα διαδοχικών πολύ μικρών σοδειών και όχι τιμές μιας κανονικής χρονιάς. Η σύγκριση με αυτές μεγεθύνει την πτώση σε σχέση με μια κανονική χρονιά.
- Χρήση της πρώτης δημοπρασίας ως οδηγού. Το πρώιμο λάδι πουλιέται σε μικρές ποσότητες και ακριβότερα. Η τιμή του κύριου όγκου διαμορφώνεται αργότερα.
- Σύγκριση της τιμής λιανικής με την τιμή παραγωγού. Η τιμή του ραφιού περιλαμβάνει τυποποίηση, μεταφορά, ΦΠΑ και περιθώρια. Δεν συγκρίνεται άμεσα με την τιμή παραγωγού για χύμα λάδι.
- Απόδοση της πτώσης μόνο στις εισαγωγές. Οι εισαγωγές από την Τυνησία αυξήθηκαν. Όλες μαζί οι εισαγωγές της ΕΕ από τρίτες χώρες αντιστοιχούν όμως σε περίπου 11% της ευρωπαϊκής παραγωγής (υπολογισμός της σύνταξης από τα στοιχεία της Επιτροπής[3]). Ο κύριος παράγοντας είναι η ισπανική σοδειά.
Τι δεν είναι σαφές
- Η ελληνική παραγωγή της περιόδου 2025/26. Οι πηγές διαφωνούν: 231.000 τόνους εκτιμά η Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 2026[3], ενώ προηγούμενες εκτιμήσεις της Επιτροπής και του Τύπου κυμαίνονταν από 200.000 έως 235.000 τόνους. Το τελικό στοιχείο δεν έχει δημοσιευθεί.
- Η ελληνική παραγωγή της περιόδου 2026/27. Κυκλοφορούν μόνο εκτιμήσεις της αγοράς (280.000–330.000 τόνοι)[7][8]. Επίσημη εκτίμηση δεν υπάρχει.
- Τα ελληνικά αποθέματα. Η Ελλάδα δεν κοινοποιεί μηνιαία αποθέματα στην Επιτροπή[3]. Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια πόσο λάδι της περσινής σοδειάς μένει απούλητο.
- Η ισπανική σοδειά. Η εκτίμηση του MAPA είναι προκαταρκτική[5]. Μια ξηρή ή βροχερή συνέχεια του φθινοπώρου μπορεί να την αλλάξει σημαντικά.
- Ο αμερικανικός δασμός. Δεν είναι γνωστό αν και πότε θα εξαιρεθεί το ελαιόλαδο από τον δασμό 15%[15].
- Οι τιμές της αγοράς. Οι εβδομαδιαίες τιμές της Επιτροπής βασίζονται σε στοιχεία που κοινοποιούν οι εθνικές αρχές για λίγες αγορές αναφοράς. Δεν αντιστοιχούν απαραίτητα στην τιμή που θα πάρει κάθε παραγωγός. Κατά τον τελευταίο έλεγχο, στις 21/10/2026, η διεπαφή δεδομένων της Επιτροπής δεν ήταν διαθέσιμη· η πιο πρόσφατη εβδομάδα που ανακτήσαμε είναι εκείνη από 5/10/2026.
Η άποψή μας
Η τιμή του ελαιολάδου έπεσε επειδή η προσφορά επανήλθε μετά από δύο καταστροφικά χρόνια. Αυτό είναι δυσάρεστο για όποιον το πουλά, αλλά δεν είναι αποτυχία της αγοράς. Είναι η αγορά που κάνει ακριβώς αυτό για το οποίο υπάρχει: μεταφέρει πληροφορία. Το 2023 η υψηλή τιμή έλεγε «το λάδι λείπει, φροντίστε να υπάρξει περισσότερο». Σήμερα η χαμηλότερη τιμή λέει «υπάρχει αρκετό· διακριθείτε με την ποιότητα ή μειώστε το κόστος». Αν σπάσουμε τον καθρέφτη, το είδωλο δεν αλλάζει.
Η κατώτατη τιμή υπόσχεται εισόδημα χωρίς να ρωτά ποιος θα αγοράσει. Η Ευρώπη δοκίμασε τις εγγυημένες τιμές για τρεις δεκαετίες και κατέληξε σε απούλητα αποθέματα, σε ποσοστώσεις παραγωγής και τελικά στην εγκατάλειψη του μοντέλου (ενότητα 9). Το ελληνικό λάδι πουλιέται σε μια ανοιχτή, παγκόσμια αγορά. Αν η τιμή του οριστεί με απόφαση, ο πελάτης απλώς θα αγοράσει από αλλού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ελαιοπαραγωγός πρέπει να μείνει μόνος. Σημαίνει ότι η βοήθεια πρέπει να στοχεύει εκεί όπου το κράτος δημιουργεί το πρόβλημα. Οι ενισχύσεις της ΚΑΠ καθυστερούν και στερούν ρευστότητα τη στιγμή που ο παραγωγός αναγκάζεται να πουλήσει. Η φορολογία των εισροών, το κόστος του ρεύματος και η γραφειοκρατία της τυποποίησης και της εξαγωγής αυξάνουν το κόστος. Η πρόσβαση σε νέες αγορές εμποδίζεται από δασμούς που αποφασίζουν άλλοι. Αν το κράτος πληρώνει στην ώρα του, μειώνει τα βάρη και αφήνει τον παραγωγό να πουλά ελεύθερα, όπου και όπως θέλει, θα έχει κάνει περισσότερα από όσα θα πετύχαινε οποιαδήποτε εγγυημένη τιμή.
Απαλλαγή από ευθύνη
1. Γενική ενημέρωση, όχι συμβουλή. Το άρθρο έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα. Δεν αποτελεί εμπορική, επενδυτική, νομική ή φορολογική συμβουλή ούτε σύσταση να πουλήσετε ή να κρατήσετε το λάδι σας. Δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη γνώμη επαγγελματία. Η ανάγνωσή του δεν δημιουργεί σχέση συμβούλου και πελάτη ή άλλη συμβατική σχέση με την Αγροτική Φωνή ή τους συντάκτες της. Η ενότητα «Η άποψή μας» εκφράζει τη γνώμη της σύνταξης.
2. Τα στοιχεία αλλάζουν και κάθε περίπτωση διαφέρει. Οι τιμές παραγωγού αλλάζουν κάθε εβδομάδα. Οι εκτιμήσεις για την παραγωγή, τα αποθέματα και το εμπόριο αναθεωρούνται συχνά, και πολλά στοιχεία του 2026 είναι προσωρινά. Η τιμή που θα πάρει κάθε παραγωγός εξαρτάται από στοιχεία που η σύνταξη δεν γνωρίζει: ποιότητα, ποσότητα, περιοχή, χρόνο πώλησης, αγοραστή. Το κείμενο αποτυπώνει όσα ήταν διαθέσιμα στις 21 Οκτωβρίου 2026, όπως προκύπτουν από τις πηγές. Όσα σημειώνονται ως αβέβαια ή ως υπολογισμός της σύνταξης δεν αποτελούν επίσημα στοιχεία.
3. Καμία εγγύηση. Η σύνταξη ελέγχει τις πηγές και διορθώνει όποιο λάθος εντοπίζει. Δεν εγγυάται όμως ότι οι πληροφορίες είναι ακριβείς, πλήρεις ή επίκαιρες, ούτε ότι οι τιμές θα κινηθούν με συγκεκριμένο τρόπο.
4. Περιορισμός ευθύνης. Στο μέτρο που επιτρέπεται από τον νόμο, η Αγροτική Φωνή και οι συντάκτες της δεν ευθύνονται για ζημία που προκύπτει από αποφάσεις, ενέργειες ή παραλείψεις βασισμένες σε αυτό το κείμενο. Στη ζημία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως η απώλεια εσόδων από πώληση σε χαμηλότερη τιμή ή από καθυστέρηση της πώλησης, το κόστος αποθήκευσης και η υποβάθμιση της ποιότητας του προϊόντος. Δεν ευθύνονται ούτε για το περιεχόμενο ιστοτόπων τρίτων στους οποίους παραπέμπουν οι σύνδεσμοι. Ο περιορισμός δεν ισχύει για δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρο 332 ΑΚ).
5. Τι να κάνετε. Πριν κλείσετε συμφωνία πώλησης, ζητήστε περισσότερες από μία προσφορές και ελέγξτε τις επίσημες εβδομαδιαίες τιμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συμβουλευτείτε τον συνεταιρισμό ή την οργάνωση παραγωγών σας και, για τα φορολογικά, λογιστή-φοροτεχνικό με άδεια του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ). Σε κάθε απόκλιση υπερισχύουν τα επίσημα κείμενα και στοιχεία: κανονισμοί της ΕΕ, νόμοι, αποφάσεις και οι δημοσιεύσεις της Επιτροπής και των εθνικών αρχών.
Ισχύουν επίσης οι γενικοί Όροι χρήσης του ιστότοπου.
Σχετικά άρθρα: Το ζήτημα της Mercosur · Μπλόκα, υποσχέσεις και Mercosur · Κόστος παραγωγής: καύσιμα, λιπάσματα, ρεύμα · Ελαιοκομικό Μητρώο
Σχόλια
Φόρτωση σχολίων…
Γράψτε σχόλιο
Πηγές
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Agri-food data portal: εβδομαδιαίες τιμές ελαιολάδου ανά κράτος μέλος και αγορά (ανάκτηση 21/10/2026): agridata.ec.europa.eu
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τεκμηρίωση της διεπαφής δεδομένων για το ελαιόλαδο: agridata.ec.europa.eu
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΓΔ Γεωργίας, «Market situation in the olive oil and table olives sectors», ομάδα εμπειρογνωμόνων, 29/9/2026 (PDF): agriculture.ec.europa.eu
- Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου (IOC), «Olive sector statistics – December 2025 and forecasts»: internationaloliveoil.org
- Υπουργείο Γεωργίας της Ισπανίας (MAPA), δελτίο τύπου 1/10/2026 για την εκτίμηση παραγωγής 2026/27 (PDF): mapa.gob.es
- Asaja, «El aceite de oliva cierra la campaña 2025/26 con 1,3 millones de toneladas producidas y 356.914 t de existencias» (στοιχεία AICA): asaja.com
- Οικονομικός Ταχυδρόμος, «Ελαιόλαδο: Κατρακυλά η τιμή παραγωγού – Φόβοι για πτώση στα 3,5 ευρώ το κιλό», 14/10/2026: ot.gr
- Agrosymbol, «Ελαιόλαδο: Πόσο πληρώνεται φέτος το κιλό και οι πρώτες εκτιμήσεις για τη νέα σοδειά σε Ελλάδα και ΕΕ»: agrosymbol.gr
- Agrotypos, «Τιμή που έδωσαν νέες δημοπρασίες ελαιολάδου φετινής χρονιάς στη Λακωνία» (13/10/2026): agrotypos.gr
- Agrotypos, «Τέταρτη συνεχόμενη άσχημη χρονιά για το ελαιόλαδο, ξεκίνησε η συγκομιδή πρώιμων ποικιλιών με χαμηλές αποδόσεις»: agrotypos.gr
- Ύπαιθρος Χώρα, «Κινητοποίηση ελαιοπαραγωγών στην Τρίπολη στις 23 Οκτωβρίου»: ypaithros.gr
- Argolika.gr, «Η Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Αργολίδας καλεί σε διαμαρτυρία στην Τρίπολη», 19/10/2026: argolika.gr
- Agrotypos, «Πανελλαδική σύσκεψη ελαιοπαραγωγών στη Στυλίδα για το κόστος και τις τιμές»: agrotypos.gr
- Mundus Agri, «Olive oil: EU exports to the USA down by 18%», 30/3/2026 (στοιχεία DG AGRI/TAXUD, 1/10/2025–22/3/2026): mundus-agri.eu
- Euronews, «EU pushes US to exempt €150 billion worth of EU goods from Turnberry deal», 15/7/2026: euronews.com
- Κανονισμός (ΕΕ) 1308/2013 για την κοινή οργάνωση των αγορών γεωργικών προϊόντων, ενοποιημένο κείμενο 18/3/2026 (άρθρο 1α: όρια αναφοράς): eur-lex.europa.eu
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενίσχυση ιδιωτικής αποθεματοποίησης ελαιολάδου (Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1882): agriculture.ec.europa.eu
- Δικαστήριο της ΕΕ, απόφαση της 23/1/1975, υπόθεση 31/74, Galli: eur-lex.europa.eu
- OpenStax, Principles of Economics, 3η έκδ., ενότητα 3.4 «Price Ceilings and Price Floors»: openstax.org
- Συμβούλιο της ΕΕ, «Χρονολόγιο: η ιστορία της ΚΑΠ» (1962, 1984, 1992): consilium.europa.eu
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «How the European Commission is tackling dairy surpluses», European File 4/1980, Μάρτιος 1980 (PDF, Archive of European Integration): aei.pitt.edu
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτίμηση επιπτώσεων για τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ μετά το 2013, SEC(2011) 1153, ενότητα 2.1 (PDF): eerstekamer.nl
- F. A. Hayek, «The Use of Knowledge in Society», American Economic Review 35(4), 1945: econlib.org
- L. von Mises, «Economic Calculation in the Socialist Commonwealth» (1920), Mises Institute: mises.org
- L. von Mises, «Middle-of-the-Road Policy Leads to Socialism» (1950), Mises Institute: mises.org
- F. Bastiat, «What Is Seen and What Is Not Seen» (1850), στο Selected Essays on Political Economy, Econlib: econlib.org
- EFEAgro, «La “Bolsa del aceite” baja la persiana», 14/3/2016: efeagro.com
- Powergame, «Ελαιόλαδο: Ποιες είναι οι τιμές στην Κρήτη» (19/10/2026): powergame.gr
- H. Hazlitt, «Economics in One Lesson» (1946), κεφάλαιο «“Stabilizing” Commodities», Foundation for Economic Education: fee.org